Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Αφιερωμα στους Black Sabbath-Μερος Δευτερο

Η αναπάντεχη επιτυχία των Sabbath είχε οδηγήσει το συγκρότημα σε ένα φαύλο κύκλο συνεχών περιοδειών, ηχογραφήσεων και πολλών προβλημάτων με τα ναρκωτικά. Έτσι λοιπόν η μπάντα αποφασίζει να κάνει ένα διάλειμμα και να απομακρυνθεί για λίγο απο την ενεργό δράση. Προφανώς η εμπορική καταξίωση ήρθε κάπως απότομα γι' αυτούς τους 4 νεαρούς από το Birmingham οι οποίοι πέρασαν από την απαξίωση στην παγκόσμια καταξίωση με πολύ ταχείς ρυθμούς. Οι προσδοκίες των οπαδών είχαν αυξηθεί δραματικά καθώς η μπάντα έδειχνε να εξελίσσεται, αγγίζοντας με κάθε κυκλοφορία της καινούρια ανεξερεύνητα μουσικά μονοπάτια. Κανείς όμως δεν ήταν προετοιμασμένος για το τι θα ακολουθούσε. Οι Πατέρες λοιπόν της heavy μουσικής κυκλοφορούν εν έτει 1973 το αραβούργημα "Sabbath Bloody Sabbath" και όλος ο μουσικός κόσμος μένει με το στόμα ανοιχτό. Μιλάμε για μία συλλογή μουσικών συχνοτήτων οι οποίες είναι πολύ μπροστά από την εποχή τους ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, οι οποίες αψηφούν κάθε συμβατική έννοια του χρόνου. Ο δίσκος είναι ίσως ότι πιο κολοσσιαίο δημιουργήθηκε ποτέ από οποιαδήποτε μπάντα. Τι να πω σε κάποιον ο οποίος δεν έχει ακούσει αυτό το album πέραν του ότι μάλλον έχει χάσει μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής; Μιλάμε για μια ηχητική πανδαισία η οποία μόνο με την ύστατη νιρβάνα μπορεί να συγκριθεί. Το κάθε μουσικό σύνολο είναι διαποτισμένο από την αστείρευτη έμπνευση της μπάντας και της μαγικής χημείας που πάντα δίεπε τα κομμάτια της αυθεντικής σύνθεσης. Heavy μουσική με πολλά πλήκτρα, συνθέσεις από άλλο πλανήτη, ταξιδιάρικη παραγωγή, ασύλληπτο εξώφυλλο, συνθέτουν το παζλ αυτής της κυκλοφορίας. Το να προσπαθήσω να περιγράψω έναν απο τους σημαντικότερους λόγους που ακούω μουσική, φαντάζει άτοπο και μόνο όσοι έχουν βιώσει την ακρόαση του συγκεκριμένου έπους αντιλαμβάνονται αυτό που οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν. Το group ξεκίνησε παγκόσμια περιοδεία η οποία όμως δυστυχώς είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσουν να βγαίνουν στην επιφάνεια οι προσωπικές διαμάχες της μπάντας. Οι συνεχείς καταχρήσεις σε συνδυασμό με τις ισχυρές προσωπικότητες των μελών, οι οποίες πολλές φορές έδειχναν να υπερκαλύπτουν το σύνολο, οδήγησε το σχήμα σε ένα τέλμα, με αποκορύφωμα την εμφάνιση τους στο California Jam, η οποία κινδύνεψε ακόμη και με ακύρωση αλλά ο κίνδυνος να χρειαστεί να πληρώσουν 100.000$ στους διοργανωτές, τους ανάγκασε να εμφανιστούν. Η εμφάνιση τους μπροστά σε 200.000 χιλιάδες κόσμου θεωρείται μία από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία τους. Μετά το πέρας της περιοδείας για το "Sabbath Bloody Sabbath" το συγκρότημα αποφασίζει να μπει στο studio για να ηχογραφήσει το διάδοχo του. Οι ηχογραφήσεις κράτησαν έναν ολόκληρο χρόνο στα Morgan Studios του Λονδίνου καθώς και στις Βρυξέλλες, γεγονός που είναι αξιοσημείωτο για μια μπάντα που είχε ηχογραφήσει το ντεμπούτο της σε 3 μέρες! Η μουσική των Sabbath όμως είχε αρχίσει να γίνεται πολύ απαιτητική και αυτό ήταν αποτέλεσμα της τελειομανίας που διέκρινε τα μέλη του group. Το "Sabotage" κυκλοφόρησε στις 28 Ιουλίου του 1975 και βρίσκει τους Sabbath να ίπτανται σε ύψη δυσθεώρατα. Το album όμως δίχασε τους οπαδούς γιατί εκτός από τα heavy κομμάτια υπήρχαν κάποιες πολύ πειραματικές συνθέσεις. Για τον γράφων, το "Sabotage" αποτελεί μια προσωπική αδυναμία και ο λόγος ακούει στο όνομα "Megalomania", ίσως η κορυφαία στιγμή του group και σίγουρα μία απο τις καλύτερες συνθέσεις που έχει δημιουργήσει ποτέ άνθρωπος. Το " Sabotage" ακροβατεί ανάμεσα στο heavy rock και στο progressive και είναι η τρανή απόδειξη ότι η έμπνευση οδηγεί στην εξέλιξη και όχι η απουσία της (όπως δυστυχώς συμβαίνει με πολλές καινούριες μπάντες). Τα 8 κομμάτια που κατέγραψε το μπομπινόφωνο αποτελούν σημείο αναφοράς για τη μουσική και είναι καταδικασμένα να αποτελούν μέτρο σύγκρισης για όλα τα συγκροτήματα της ηλεκτροδοτούμενης μουσικής. Η οποιαδήποτε προσπάθεια περιγραφής (τι μικρή λέξη αλήθεια) του μουσικού κολοσσού που ακούει στο όνομα "Sabotage" πέφτει στο κενό, καθώς η βελόνα διαβάζει τα αυλάκια του βινυλίου. Στα 43 λεπτά που διαρκεί το βίωμα, χάνεις κάθε αίσθηση του χωροχρόνου και κάθε έννοια που ορίζει την συμβατότητα μας με το σύμπαν... Αιωρείσαι σε μέρη άγνωστα και νιώθεις συναισθήματα που μόνο η απόλυτη ηδονή μπορεί να πλησιάσει και αυτή με δυσκολία, κάθε συναίσθημα λύπης, χαράς, απόγνωσης, φόβου, απελπισίας, διαύγειας, είναι αποτυπωμένο με τον καλύτερο τρόπο σε αυτό το μουσικό αμάγαλμα. Ποτέ άλλοτε ο χρόνος δεν είχε τέτοια διαστρέβλωση και μετά από κάθε ακρόαση του "Sabotage" χρειάζεσαι αρκετή ώρα μέχρι να επανέλθεις στην πραγματικότητα. Για αυτό φροντίζει το ασσύληπτο "Blow On A Jug" που κλείνει το δίσκο. Μιλάμε για ένα κομμάτι που η διάρκεια του δεν ξεπερνά τα 20 δευτερόλεπτα και ακούς τον Ozzy λιωμένο από το αλκοόλ (και ένας θεός ξέρει τι άλλο) με τη συνοδεία πιάνου, να σε καλεί να τραβήξεις μια τζούρα από το μαγικό συστατικό που δοκίμασε και αυτός. Το κομμάτι για μένα αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι Sabbath ήταν απλώς 4 άτομα που έκαναν αυτό που γούσταραν χωρίς να υπολογίζουν κανέναν. Ξέρετε πολλές μπάντες που να κυκλοφορούν το πιο φιλόδοξο album τους, έχοντας εξασφαλίσει τη συμμετοχή συμφωνικής ορχήστρας, έχοντας ξοδέψει ένα χρόνο ηχογραφώντας το δίσκο με ότι έξοδα αυτό συνεπάγεται και να κλείνουν το δίσκο με ένα τέτοιο κομμάτι; Και πώς τόλμησαν να βάλουν αυτό το κομμάτι μετά το μυθικό "The Writ"; Δε νομίζω να υπάρχουν εκεί έξω πολλές μπάντες που να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους με το χιούμορ που το έκαναν οι Sabbath. Ακούγοντας το "Blow On A Jug" πριν ακούσεις το δίσκο καταλαβαίνεις ότι οι παρενέργειες του "Sabotage" είναι αρκετές και κάποιος που μόλις έχει βιώσει το album δεν έχει ανάγκη από παραισθησιογόνες ουσίες για να βρεθεί "αλλού"... Μετά την κυκλοφορία του δίσκου οι Sabbath ξεκίνησαν μια περιοδεία, η οποία κατέληξε σαν η πιο επιτυχημένη της καριέρας τους. Οι Sabbath ήταν το μεγαλύτερο group του πλανήτη και ούτε η αλλαγή manager δε μπορούσε να σταματήσει τη μπάντα από αυτή την ξέφρενη πορεία. Και παρότι ο Ozzy παραπονιόταν για το γεγονός ότι τα κομμάτια του δίσκου πλέον δεν ήταν εύκολο να αποδωθούν live, όσοι είχαν την τύχη να δούν ζωντανά το συγκρότημα στη συγκεκριμένη περιοδεία, απήλαυσαν τους Sabbath στο απόγειο. Δυστυχώς οι προσωπικές διαμάχες χτύπησαν και πάλι το συγκρότημα, καθώς ο Iommi απαιτούσε να είναι στο κέντρο της σκηνής και ο Ozzy στο πλάι... Μπορεί κανείς να φανταστεί τον Ozzy να κάθεται στην άκρη και τον Iommi αγέλαστο και σοβαρό να στέκεται στη μέση της σκηνής; Όπως όλοι φαντάζεστε, ήταν τα ναρκωτικά που μιλούσαν και όχι ο ίδιος ο Iommi (κάτι που παραδέχτηκε και ο ίδιος μετά απο μερικά χρόνια) και ήταν άλλο ένα ράγισμα στο ποτήρι ανάμεσα στους 2 μουσικούς. Ο επόμενος δίσκος φύλαγε άλλη μια αλλαγή για τους Sabs, αυτή τη φορά γεωγραφική. Η πολύ μεγάλη φορολογία που επέβαλλε η Αγγλία στους κατοίκους της έκανε τον Bill Ward να μετακομίσει στο Los Angeles και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας σκεφτόντουσαν σοβαρά το ενδεχόμενο της μόνιμης κατοίκησης στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το επόμενο album των Sabbath ηχογραφήθηκε στα Criteria Studios του Μαϊάμι και κυκλοφόρησε στις 8 Οκτωβρίου στην Ευρώπη (στις 25 Σεππτεμβρίου στην Αμερική), βρίσκοντας τον Iommi να έχει ασχοληθεί ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό με την παραγωγή. Οι Sabbath δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί από τον μουσικό τύπο της εποχής και ο Iommi προσπάθησε με το "Technical Ecstasy" να κερδίσει την αναγνώριση που πίστευε ότι άξιζε. Το μουσικό αποτέλεσμα του δίσκου δίχασε για άλλη μια φορά τους οπαδούς και τους κριτές, οι οποίοι τους κατηγορούσαν ότι η μουσική τους είχε απομακρυνθεί απο το heavy ύφος των πρώτων album και είχε σαφείς προσανατολισμούς προς την αμερικανική αγορά. Οι συνθέσεις όμως στέκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα για άλλη μια φορά και παρά την αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης για την οποία πολλοί κατηγόρησαν τους Sabbath, το album ακούγεται φρέσκο ακόμη και σήμερα. Εξάλλου δε γράφονται κάθε μέρα κομμάτια σαν τα "You Won't Change Me", "Gypsy", "All Moving Parts (Stand Still)", "Dirty Women", "She's Gone" και τα υπόλοιπα του δίσκου. Οι Sabbath δημιουργούσαν μουσική με μοναδικό σκοπό την προσωπική ευχαρίστηση και το "Technical Ecstasy" δεν αποτελεί εξαίρεση. Η μπάντα μουσικά και συνθετικά είχε ξεφύγει και δεν υπήρχε κανένα όριο παρά μόνο η συνθετική τους ικανότητα. Ο δίσκος διακατέχεται από μια απαισιοδοξία η οποία είναι εμφανέστατη και στις 2 μπαλλάντες του δίσκου, στην μία εκ των οποίων ο Bill Ward αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα φωνητικά και τα καταφέρνει αρκετά καλά είναι η αλήθεια. Φυσικά οι δημοσιογράφοι της εποχής μυρίστηκαν διαμάχη για άλλη μια φορά αλλά η απάντηση του Ward έλυσε κάθε αμφιβολία: "Έγραψα το μεγαλύτερο μέρος του "It's Alright" τη στιγμή που ο Tony έγραφε το solo και ο Geezer προσέθετε το μπάσο και όλο του τον εαυτό στο τραγούδι. Ο Ozzy γούσταρε το κομμάτι και με υποστήριξε όταν έκανα τα φωνητικά. Ελπίζω αυτό να έλυσε την όποια σύγχηση". Το μοναδικό μελανό σημείο του album είναι το παιδικό εξώφυλλο το οποίο αν και έχει σχεδιαστεί από τον George Hardie (γνωστός από τα εξώφυλλα που έκανε για τους Pink Floyd και Led Zeppelin μεταξύ άλλων) μάλλον είναι άσχημο και τελικά αυτό είναι που σε κάνει να το θυμάσαι. Δεν ξεχνιέται εύκολα είναι η αλήθεια ένα τέτοιο εξώφυλλο... Η μπάντα ξεκίνησε νέα παγκόσμια περιοδεία η οποία κατέληξε στην Αγγλία και σε 2 shows στο Hammersmith, αλλά οι συνεχείς διαμαρτυρίες του Ozzy για το δίσκο τον έκαναν να αποχωρήσει. Αντικαταστάτης του βρέθηκε στο πρόσωπο του Dave Walker (Savoy Brown) με τον οποίο η μπάντα εμφανίστηκε στο BBC εκτελώντας το "Junior's Eyes" αλλά ο Ozzy δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του κουβέντα... Αφού το group κόντεψε να διαλυθεί, ο Ozzy αποφασίζει να επιστρέψει για να ηχογραφήσει άλλον ένα δίσκο. Οι οπαδοί πίεζαν τους Sabbath να κυκλοφορήσουν ένα live album, όμως η μπάντα χωρίς να ακούει κανέναν για άλλη μια φορά, πηγαίνει στον Καναδά στα Intechange studios και ετοιμάζει το επόμενο της album. Το "Never Say Die". Είναι το τελευταίο (;) album με την αυθεντική σύνθεση της μπάντας και ένα από τα πιο αγαπημένα μου. Ο δίσκος είναι για άλλη μια φορά πειραματικός και οδηγεί το συγκρότημα σε νέους ορίζοντες. Κομμάτια σαν τα "Air Dance", "Breakout" και "Swinging The Chain" δεν είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε να ακούσει κάποιος οπαδός των Sabbath όταν αγόραζε το album στις 28 Σεπτεμβρίου του 1978 που κυκοφόρησε. Αλλά αν ακούσεις προσεκτικά το "Never Say Die" θα καταλάβεις ότι η έμπνευση της μπάντας κάθε άλλο παρά εξασθενημένη ήταν. Οι Sabbath βρίσκονται σε τρελά κέφια και τα δίνουν όλα, σα να ξέρουν απο πριν ότι αυτό είναι το κύκνειο άσμα της αυθεντικής σύνθεσης. Ο δίσκος θάφτηκε για άλλη μια φορά από τους κριτικούς της εποχής και δυστυχώς μέχρι σήμερα πολλοί αρνούνται πεισματικά να ακούσουν το μεγαλείο του "Never Say Die", υποστηρίζοντας ότι οι Sabbath τελείωσαν μετά το "Sabotage". Κακό του κεφαλιού τους φυσικά, αφού εδώ κρύβονται διαμάντα ανεκτίμητης αξίας. Η παραγωγή είναι σαφώς πιο βαριά από αυτή του "Technical Ecstasy", το rhythm section αποθεώνεται, τη στιγμή που η κιθάρα του Iommi ξερνάει μερικά από τα καλύτερα riffs που έχει γράψει, και φυσικά ο Ozzy ανεβάζει, με τις παθιασμένες ερμηνείες του, τα κομμάτια σε άλλο επίπεδο. Οι συνθέσεις που υπάρχουν στο "Never Say Die" προβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη της μπάντας. Jazz ξεσπάσματα, progressive αλχημείες, ρυθμοί επηρεασμένοι από samba και αφρικάνικη μουσική, κυριαρχούν σε μερικά από τα πιο πειραματικά κομμάτια που κυκλοφόρησαν ποτέ οι Sabs. Αν ο Ozzy δεν είχε αποχωρήσει από τη μπάντα, δε μπορώ να φανταστώ που θα είχε φτάσει η μουσική των Sabbath. Δυστυχώς όμως μετά την παγκόσμια περιοδεία για τα 10 χρόνια του σχήματος με support τους Van Halen (είπατε κάτι;), ο Ozzy αποχώρησε από τη μπάντα για να ακολουθήσει μια πολύ πετυχημένη προσωπική καριέρα και ο μέγιστος Dio κλήθηκε να αναπληρώσει το κενό. Ανεξάρτητα από το ποια περίοδο των Sabbath προτιμάτε, τα 8 πρώτα album θα διακατέχονται από εκείνο το απίστευτο συναίσθημα που μόνο οι 4 μουσικοί της αυθεντικής σύνθεσης μπορούν να αναπαράγουν. Τραγουδιστές, drummer, μπασίστες, παρέλασαν στο πλευρό του Iommi, ο οποίος είναι το μοναδικό αυθεντικό μέλος που παρέμεινε στη μπάντα, αλλά πιστεύω ότι ακόμη και ο ίδιος όταν θέλει να ακούσει κάποιο δίσκο Sabbath τότε αυτόματα κατευθύνεται προς το σημείο που αναπαύονται οι κυκλοφορίες της αυθεντικής σύνθεσης... H heavy rock μουσική δε θα είχε υπάρξει ποτέ με τον ίδιο τρόπο αν αυτοί οι 4 νεαροί απο το Birmingham της Αγγλίας δεν είχαν δημιουργήσει τους Black Sabbath και η λέξη μουσική φαντάζει φτωχότερη αν της αφαιρέσεις το αξίωμα που ακούσει στο όνομα Black Sabbath. Πολύ λίγες μπάντες έχουν καταφέρει να συνδέσουν άρρηκτα το όνομa τους με τη σκληρή μουσική και οι Sabbath είναι αναμφισβήτητα μια από αυτές. Eκτός του ότι έδωσαν σάρκα και οστά σε ένα καινούριο μουσικό είδος (το έχουν κάνει αρκετές μπάντες), το πήραν από το χέρι και το οδήγησαν στην ολοκλήρωση (εδώ δεν υπάρχουν πολλές μπάντες που να μπορούν να σταθούν δίπλα τους). Το γεγονός ότι 35 χρόνια χρόνια μετά η μουσική τους αποτελεί τον ομφάλιο λώρο για πολλούς πιτσιρικάδες που τώρα μπαίνουν στο τριπάκι της μουσικής, είναι, για μένα, το μεγαλύτερο επίτευγμα των Sabbath. Αν και η επικείμενη εμφάνιση τους στη χώρα μας γίνεται με σκοπό τον εορτασμό των 35 χρόνων της μπάντας, οι αριθμοί δεν έχουν καμία σημασία, γιατί οι 4 μαυροφορεμένοι τύποι απο το Birmingham έχουν κερδίσει την αθανασία και την αιώνια δόξα...
Διαβάστε το πρώτο μέρος του αφιερώματος.
Διαβάστε το τρίτο μέρος του αφιερώματος.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Πρωτο μερος αφιερωματος για του Black Sabbath.

Αφιέρωμα: Black Sabbath με Ozzy - Μέρος πρώτο


Black Sabbath. Μόνο και μόνο το άκουσμα του ονόματος της κορυφαίας μπάντας στον γαλαξία προκαλεί ανατριχίλα. Τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τότε που οι Sabs ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους με το ντεμπούτο, που έφερε και το όνομα τους. Δεν είναι και λίγο πράγμα να στέκεσαι όρθιος τόσα χρόνια και να γεμίζεις τα γήπεδα όπου και αν πηγαίνεις. Το αφιέρωμα αυτό στο αγαπημένο μας συγκρότημα, σκοπό έχει να θυμίσει στιγμές από την πρώτη και καλύτερη, κατά την άποψη μας πάντα, περίοδο των Black Sabbath. Μιλάμε φυσικά για την περίοδο κατά την οποία τη μπάντα απάρτιζαν οι John Michael Osbourne, Frank Anthony Iommi, William Ward και Terence Butler (κάντε το σταυρό σας άπιστοι). Αμήν.Είμαστε κάπου στο 1968. Ο Ozzy και ο Geezer εκείνον τον καιρό έψαχναν για drummer τον οποίον και βρήκαν στο πρόσωπο του Bill Ward, ο οποίος έφερε μαζί του τον Tony Iommi. Αυτοί οι τέσσερις νέοι αποφασίζουν να φτιάξουν μια μπάντα, την οποία και ονομάζουν The Polka Tulk Blues Band. Η φτώχεια εκείνη την εποχή μάστιζε το βιομηχανικό Birmingham και η μουσική φαινόταν ως μια πολύ καλή διέξοδος για τα 4 παλικάρια μας. Έτσι απλά ξεκίνησε η ιστορία μιας μπάντας που έμελλε να αλλάξει το μουσικό τοπίο, όσο ελάχιστοι άλλοι είχαν καταφέρει ποτέ στο παρελθόν. Λένε πως δε μπορείς να αποφύγεις το πεπρωμένο σου και ο κιθαρίστας των Sabs πρέπει να το ένιωσε αυτό στο πετσί του. Ο Tony είχε γεννηθεί για μεγάλα πράγματα και ούτε το κοπτικό μηχάνημα στο εργοστάσιο που δούλευε δε μπορούσε να τον σταματήσει, αν και του στέρησε τις άκρες των δαχτύλων του. Οι σωματικές αναπηρίες δεν αποτέλεσαν όμως εμπόδιο για τον Tony (όπως δεν είχαν αποτελέσει και για τον μεγάλο κιθαρίστα Dwango Reinhardt). Απόδειξη αυτού είναι και η πρόσκληση που του έκανε ο Ian Anderson για να παίξει κιθάρα στους Tull. Ο Iommi δέχτηκε την πρόσκληση των Jethro Tull, όμως δεν άργησε να καταλάβει ότι οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες δεν ταίριαζαν με αυτές του Ian και επέστρεψε στους Sabs με τους οποίους και θα μεγαλουργούσε. Ο Ward πρότεινε να μετονομαστεί η μπάντα σε Earth όπως και έγινε. Άρχισαν να δίνουν live όπου μπορούσαν και κυρίως στην περιοχή της Νότιας Αγγλίας. Ο jazz τρομπετίστας Jim Simpson τους οργάνωσε διάφορα live και ανέλαβε manager της μπάντας. Αυτός ήταν και ο άνθρωπος που έδωσε την απαραίτητη αρχική ώθηση στους Earth. Τους επηρέασε, δε, και μουσικά, πράγμα το οποίο φαίνεται ανάγλυφα στα "Evil Woman" και "Wicked World". Το 1969 όμως η μπάντα ανακαλύπτει πως υπάρχει και άλλο group με το ίδιο όνομα και αλλάζει το όνομα της σε Black Sabbath, από μια προπολεμική ιταλική ταινία τρόμου, την οποία προλόγιζε ο Boris Karloff. Επόμενο βήμα η υπογραφή συμβολαίου και με την εταιρεία Vertigo, μέσω της ανεξάρτητης Tony Hall Enterprises. Ε, αυτό που έμενε ήταν απλά η ηχογράφηση ενός δίσκου. Πόσο δύσκολη μπορεί να είναι μια τέτοια διαδικασία; Απλά αναφέρουμε πως ο πρώτος δίσκος των Black Sabbath ηχογραφήθηκε μέσα σε 3 μέρες και κόστισε 600 λίρες. Και για να κάνετε τη σύγκριση, αναφέρουμε επίσης ότι στις γραφές τονίζεται πως ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο σε μια βδομάδα. Ο θεός όμως δεν άκουγε blues, οπότε είναι προφανές γιατί υστερεί στη σύγκριση. Οι Sabs τα πρώτα χρόνια της καριέρας τους έμαθαν τις βασικές αρχές των blues, πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν για να δημιουργήσουν ένα νέο είδος μουσικής που κανείς άλλος δεν είχε δοκιμάσει νωρίτερα. Οι Deep Purple ήταν πιο πολύ rock, οι Led Zeppelin ήταν μια κατηγορία μόνοι τους, οι Cream και οι Blue Cheer έπαιζαν σκληρά (και πολύ καλά μάλιστα) αλλά οι πρώτοι που έπαιξαν τόσο βαριά, σκοτεινά και ηλεκτρικά, καταφέρνοντας να περάσουν στη μουσική τους τη μουντάδα της Αγγλίας, ήταν φυσικά οι Black Sabbath. "Black Sabbath": "What is this that stands before me, figure in black which points at me...", "Misty morning, clouds in the sky, without warning a wizard walks by...", "Some people say my love cannot be true...". Πόσοι από εσάς δεν έχετε τραγουδήσει αυτούς τους στίχους; Η αλήθεια είναι πως με το που βάζεις να ακούσεις τον πρώτο δίσκο των Black Sabbath, αν και δε φαντάζεσαι τι ακριβώς θα πάθεις, μπαίνεις πλέον σε έναν εντελώς καινούργιο κόσμο. Οι απόκοσμες καμπάνες, που σε ετοιμάζουν για μια μία ηχητική εμπειρία η οποία θα σου αλλάξει την ζωή μια για πάντα, χτύπησαν πρώτη φορά την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου του 1970. Τρεις νότες έτσι για αρχή, στίχοι και φωνητική ερμηνεία που σε καθηλώνουν. Και μετά από 4 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα έρχεται η αποκάλυψη, το τέμπο γίνεται πιο γρήγορο και ...εγένετο Heavy Metal. Και ενώ αναλογίζεσαι τι συνέβη, η φυσαρμόνικα σου κολλάει το ρυθμό της, πριν καν προλάβεις να πεις "The Wizard". Πλέον παύεις να αντιστέκεσαι και απλά στέκεσαι χαζεμένος από τη μουσική. Εκεί που στο "Behind The Wall Of Sleep" θαυμάζεις την ικανότητα της μπάντας να στήνει κομμάτια πάνω σε riff, εμπλουτίζοντας το σκηνικό με αγγελικές (ή σατανικές αν προτιμάτε) μελωδίες που δείχνουν να γοητεύονται από τις αλλαγές ρυθμού, σκάει η εισαγωγή του "N.I.B." που έκτοτε στοιχειώνει κάθε άνθρωπο που έπιασε μπάσο στα χέρια του. Oh yeah! "Evil Woman", "Sleeping Village", "Warning" (όπου ο Iommi δείχνει ότι δε μπορεί να σολάρει...), "Wicked World" είναι κομμάτια που έδωσαν άλλη σημασία στον όρο Σκληρό Ροκ και αποτελούν την απαρχή ενός νέου μουσικού κινήματος. "Paranoid": Δεύτερος δίσκος την ίδια χρονιά για τους Sabbath που τιτλοφορείται τελικά "Paranoid", αν και αρχικά ήταν να ονομαστεί "Walpurgis" (aka the witches Sabbath). Το "Walpurgis" έγινε "War Pigs" (με άλλους στίχους), αλλά αφενός λόγω της εμπορικής επιτυχίας του single "Paranoid" ( που έφτασε στο νούμερο 4 των chart) και αφετέρου λόγω επιθυμίας της Warner, που δεν ήθελε να ξυπνήσει άσχημες μνήμες πολέμου στο αμερικανικό κοινό, το album άλλαξε τίτλο. Το "Paranoid" ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη, έχοντας στο εξώφυλλο έναν παρανοημένο στρατιώτη που είναι λίγο "out of focus" (εξώφυλλο το οποίο προοριζόταν για τον αρχικό τίτλο). Στιχουργικά υπάρχουν πολιτικές αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ ("War Pigs") αλλά και στα ναρκωτικά ("Hand Of Doom", "Fairies Wear Boots"), που είχαν μπει για τα καλά στη ζωή των τεσσάρων νέων από το Aston. Μουσικά ο δίσκος στηρίζεται στη βαρύτητα των Black Sabbath αλλά η εξέλιξη της μπάντας (βασικό χαρακτηριστικό της μουσικής τους) είναι εμφανέστατη. Τα μονολιθικά riffs που κυριαρχούσαν στο ντεμπούτο τoυς, είναι εδώ, αλλά με μια εντελώς διαφορετική υπόσταση. Η δομή των κομματιών έχει γίνει πιο συμπαγής, χωρίς όμως αυτό να λειτουργεί εις βάρος του αυτοσχεδιασμού και της φαντασίας. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε όταν το "Paranoid", που σύμφωνα με τον μύθο γράφτηκε σε λιγότερο από 5 λεπτά, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια στην μουσική ιστορία. Όταν το "Planet Caravan" είναι μια απο τις ελάχιστες μελωδίες που δεν έχει σταματήσει να υφίσταται ακόμη και αν σβήσει ο ήλιος. Όταν κάθε φορά που ακούς το "Iron Man", άσχετα με το πόσες ακροάσεις έχουν προηγηθεί, η καρδιά σου χτυπά στο ρυθμό της μπότας. Όταν η παραμορφωμένη ομορφιά του "Electric Funeral" αποτελεί το ιδανικό soundtrack για το τέλος του κόσμου. Όταν το "Rat Salad" είναι μια μουσική ολότητα, η οποία παίρνει σάρκα και οστά οδηγούμενη απο τις μπαγκέτες του Bill Ward. "Master Of Reality": Το 1970 ήταν αναμφίβολα μια επιτυχημένη και γεμάτη χρονιά για τη μπάντα. Στις αρχές του χρόνου οι Sabs έδωσαν αρκετά live, γεγονός που τους έκανε και πιο γνωστούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού αλλά και πιο ολοκληρωμένους ως μουσικούς. Όλοι περίμεναν το επόμενο βήμα της μπάντας και δεν ήταν λίγες οι Κασσάνδρες που θεωρούσαν τους Sabbath σαν ένα συγκρότημα-φωτοβολίδα. Όμως η μπάντα από το Birmingham δεν είχε καλά-καλά ξεκινήσει τη μουσική της πορεία. Το "Master Of Reality" κυκλοφόρησε τον Ιούλη του 1971 και αποτελεί ίσως το πιο βαρύ album στην ιστορία της μουσικής. Πόσο εύκολα μπορείτε άλλωστε να φέρετε στο μυαλό σας δίσκους με riff πιο ογκώδη από αυτά των "Sweet Leaf", "Lord Of This World", "Into The Void", "Children Of The Grave" αλλά και του "After Forever" (στο οποίο για πρώτη φορά εκφράζονται οι πνευματικές ανησυχίες του Iommi). Οι Sabbath όμως κάθε άλλο παρά ως μονοδιάστατοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και κομμάτια όπως τα "Orchid", "Embryo", "Solitude" δείχνουν πως η δημιουργία ατμόσφαιρας είναι εξίσου σημαντική με την βαρύτητα του ήχου τους. Η παραγωγή του δίσκου είναι πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής και σίγουρα ο Roger Bain αισθάνεται περήφανος. Το γεγονός πως τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου έχουν διασκευαστεί από μπάντες που σήμερα θεωρούνται από τις μεγαλύτερες (βλέπε Monster Magnet, Kyuss, Soundgarden, Corrosion Of Conformity, White Zombie) τονίζει ακόμα παραπάνω την επιδραστικότητα και την σημαντικότητα του συγκεκριμένου δίσκου. Παραπέρα, δε μπορούμε να μην αναφέρουμε το λιτό αλλά αρκούντως περιγραφικό εξώφυλλο του δίσκου που συνάδει με τη γενικότερη φιλοσοφία της κυκλοφορίας αυτής. "Vol.4": Η μπάντα μετακομίζει στην Καλιφόρνια και νοικιάζει μια έπαυλη στο Bel Air (περιττό να πούμε πως την καταστρέψανε) με σκοπό να προβάρει και να δημιουργήσει τον επόμενο δίσκος της. Τέταρτο album αισίως για τους Sabs που τιτλοφορείται "Vol.4", αντί για "Snowblind", αφού η Warner τους έβαλε χέρι, για να το πούμε απλά. Η μπάντα βέβαια δε φαίνεται να πτοήθηκε καθόλου καθώς στα thx υπάρχει η ακόλουθη πρόταση: "We wish to thank the great Coke-cola company of Los Angeles". Οι περιοδείες, οι groupies, η κατανάλωση αλκοόλ και (πολλών) ναρκωτικών, η συγγραφή καινούριων κομματιών και η ηχογράφηση τους, μάλλον αρχίζουν σιγά-σιγά να βαραίνουν την τετράδα, η οποία φαίνεται λίγο απoπροσανατολισμένη. Για να καταλάβετε για τι ακριβώς μιλάμε, αναφέρουμε πως ο δίσκος κόστισε 65.000 δολλάρια και τα ναρκωτικά 75.000. Ηχητικά ο δίσκος βρίσκεται ένα βήμα μπροστά σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες και αποτελεί την αρχή μιας νέας, πιο πειραματικής περιόδου για το group. Η γλυκιά μελαγχολία που κάνει εδώ την εμφάνιση της θα αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό των επόμενων δίσκων. Οι Sabbath με αυτό τον δίσκο πετυχαίνουν να συνδυάσουν αρμονικά τη heavy αισθητική των τριών πρώτων album τους με μία πιο γλυκιά και ζεστή προσέγγιση. Ιδανικά παραδείγματα το ασύλληπτο "Under The Sun", το "Tommorows Dream" και το αυτοβιογραφικό "Wheels Of Confusion" με το οποίο ξεκινάει και ο δίσκος. Πώς να μην αναφέρεις όμως και κομμάτια σαν τον doom παιάνα "Cornucopia" ή το all time favorite "Snowblind"; Πώς να μην υμνήσεις τα μελωδικά "Laguna Sunrise" (που γράφτηκε για την ομώνυμη παραλία της Καλιφόρνια), "Changes" που κινούνται στην παράδοση των "Planet Caravan" και "Solitude"; Πώς να μην αισθάνεσαι λίγος όταν γράφεις για ύμνους όπως τα "Supernaut" και "St.Vitus Dance"; -
Διαβάστε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος.
Διαβάστε το τρίτο μέρος του αφιερώματος.

Ένα δείγμα της λατρείας για το metal.