Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

AC/DC

AC-DC Pictures, Images and Photos

Οι AC/DC είναι ένα hard rock γκρουπ (αν και οι ίδιοι λένε πως παίζουν Rock n Roll) που δημιουργήθηκαν στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας το 1973 από τα αδέρφια Angus και Malcolm Young. Θεωρούνται από τους πρωτοπόρους της hard rock μουσικής μαζί με τους Black Sabbath, Deep Purple, Led Zeppelin, Thin Lizzy και άλλους.

Aπό το πρώτο τους άλμπουμ το High Voltage το 1975,η πορεία τους στον χώρο της hard rock μουσικής είναι ανοδική με αποκορύφωμα τo άλμπουμ Back in Black το 1980.Έκτοτε είχαν αρκετά "σκαμπανεβάσματα".Επανήλθαν στα top το 1990 με το άλμπουμ The Razors Edge ενώ αναμένεται τεράστια επιτυχία και για το τελευταίο τους άλμπουμ το Black Ice.

Σημείο αναφοράς πάντως όλα αυτά τα χρόνια είναι οι συναυλίες τους.Από τον Angus Young που τρέχει ασταμάτητα στην σκηνή ως την τεράστια φουσκωτή "Rossie",και από τα κανόνια του "For Those About To Rock" ως την καμπάνα του "Hells Bell" οι AC/DC έχουν να επιδείξουν στους φίλους της rock μουσικής ένα απίστευτο θέαμα.Οι AC/DC μετά από απουσία 5 χρόνων(η τελευταία τους συναυλία ήταν στις 21 Οκτωβρίου 2003 στο Λονδίνο) στις 28 Οκτωβρίου 2008 ξεκίνησαν περιοδεία σε όλο τον κόσμο για την προώθηση του νεου τους άλμπουμ η οποία θα ξεκίνησει στις 23 Οκτωβρίου του 2008 από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ευρωπαϊκή περίοδεια θα ξεκινήσει στις 18 Φεβρουαρίου στο Oslo και πιθανότατα τελειώνει στις 30 Ιουνίου στην Γλασκώβη.Ήδη τα εισιτήρια στις 42 από τις 43 πόλεις είναι sold out.


Οι AC/DC στις 28 Μαίου 2009 θα βρεθούν για πρώτη και μοναδική φορά στην Ελλάδα.Η συναυλία τους θα γίνει στο Ολυμπιακό Στάδιο-"Σπύρος Λούης" του Αμαρουσίου.

Όνομα

Το όνομα τους σημαίνει εναλλασόμενο ρεύμα και συνεχές ρεύμα(Alternating Current/Direct Current). Το εμπνεύστηκε η αδερφή τους Margaret από την ετικέτα της ραπτομηχανής της. Παρόλο που διάφορες θρησκευτικές οργανώσεις κατά καιρούς έδιναν άλλες ερμηνείες στην ονομασία τους όπως "Anti-Christ/Devil's Child" και τους θεωρούσαν σατανιστές, το συγκρότημα πάντα τις διέψευδε.

Ο Malcolm Young ανέφερε πως έμαθαν από έναν οδηγό ταξί μια διαφορετική ερμηνεία του ονόματός τους, όταν εκείνος αναρωτήθηκε αν τα μέλη του γκρουπ είναι ομοφυλόφιλοι, εξηγώντας πως AC/DC σημαίνει επίσης αμφισεξουαλικότητα σε κάποιες χώρες. Στην αρχή σκέφτηκαν να αλλάξουν το όνομά τους, αλλά στη συνέχεια αποφάσισαν πως θα ήταν καλύτερο να το αφήσουν ως είχε και να διαπιστώσουν αν ο κόσμος θα τους μάθαινε μέσω της μουσικής τους.

Ιστορία

Το 1963 οι William και Margaret Young αποφασίσανε να μεταναστεύσουν από την Γλασκώβη της Σκωτίας στην Αυστραλία παίρνοντας μαζί τους τα 4 από τα 5 παιδιά τους. Τους George,Margaret,Malcolm και Angus.(Πίσω έμεινε μόνο ο μεγάλος τους γιος Alex). Φίλοι της μουσικής οι Alex και George ήταν η αιτία που οι μικρότεροι Malcolm και Angus επηρεάστηκαν και θέλησαν να ακολουθήσουν τα βήματα τους.
Ο Alex ήταν μπασίστας στο γκρουπ Grapefruit ενώ ο George έπαιζε ρυθμική κιθάρα στους Easybeats. Ο δεύτερος μάλιστα ήταν η αφορμή να ασχοληθούνε με το Rock n Roll όταν το συγκρότημα του,την άνοιξη του 1967,έφτασε την 1η θέση του Αυστραλιανού Top και 16η του Αμερικάνικου με το τραγούδι Friday On My Mind

Το ξεκίνημα

Τα αδέρφια Malcolm και Angus Young μετά την επιτυχία του αδερφού τους αποφασίσανε να παρατήσουν το σχολείο και να ασχοληθούνε με την μουσική. Ο Malcolm ξεκίνησε να παίζει με τους The Velvet Underground (καμία σχέση με τους γνωστούς Velvet Underground), ενώ ο Angus στους Kentuckee.

Τον Νοέμβριο του 1973 ο 20χρονος Malcolm πρότεινε στον 18χρονο αδερφό του Angus να τον ακολουθήσει ως βασικός κιθαρίστας το γκρουπ που έφτιαχνε και που αποτελούνταν από τους Dave Evans στα φωνητικά, Colin Burgess στα ντράμς και Larry Van Kriedt στο μπάσο. Τον επόμενο μήνα παίξανε σε κοινό στην περιοχή Chequers του Σίδνευ και μάλιστα την παραμονή πρωτοχρονιάς. Έπαιξαν κομμάτια του Chuck Berry (από τον οποίο επιρρεάστηκαν περισσότερο), των Beatles, Rolling Stones, Free και δυο δικά τους. Αυτή ήταν η πρώτη εμφάνιση των AC/DC.


Το πρώτο τους βήμα στην δισκογραφία έγινε με την βοήθεια του αδερφού τους George Young και του φίλου του Harry Vanda που μετά την διάλυση των Easybeats έστησαν την δισκογραφική εταιρία Albert Productions και αποφασίσανε να ηχογραφήσουν τους AC/DC. Το πρώτο single είναι γεγονός και περιέχει τα κομμάτια Can I Sit Next To You και Rockin’ In The Parlour.
Ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1974 αλλά κυκλοφόρησε στις 22 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς ενώ μερικές μέρες αργότερα κυκλοφόρησε και το video clip του Can I Sit Next To You. Η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός, ότι αλλάξανε πολλοί μπασίστες και ντράμερ όλο αυτό το διάστημα. Η μεγάλη αλλαγή έγινε όμως στην θέση του τραγουδιστή ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του single. Οι αδερφοί Young απέλυσαν τον Dave Evans λόγω του γεγονότος ότι χρησιμοποιούσε makeup, φορούσε πολύχρωμα κασκόλ και ψηλοτάκουνες μπότες και γενικά το στυλ του είχε επιρροές από glam rock και όχι rock n roll.

Bon Scott

H αναζήτηση νέου τραγουδιστή δεν κράτησε καιρό. Πριν ακόμη φύγει ο Evans οι αδερφοί Young είχαν δοκιμάσει τον μέχρι πρότινος οδηγό τους, τον Ronald Belford Scott.
Ο Σκωτσέζικης καταγωγής Bon Scott βρέθηκε στην Αυστραλία μετανάστης με την οικογένεια του το 1952. Έχοντας εμπειρία από τα γκρουπ The Spectors, The Valentines και τους Fraternity δεν δυσκολεύτηκε να πείσει για της φωνητικές του ικανότητες τους αδερφούς Young. Και ήταν ότι ακριβώς έψαχναν. Είχε ουρλιαχτό, μελωδία, συναίσθημα και αυτό που εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν η παρουσία του στην σκηνή.
Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1974 ο 26χρονος Bon Scott γίνεται επίσημα ο νέος τραγουδιστής των AC/DC και εμφανίζεται πρώτη φορά μερικές μέρες αργότερα στο Brighton-Le-Sands Masonic Hall του Σίδνεϋ.

Πρώτα άλμπουμ,πρώτες επιτυχίες

Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς οι AC/DC δουλεύουν στο πρώτο τους άλμπουμ. Στις ηχογραφήσεις βοήθησε ο George Young παίζοντας μπάσο, ενώ στα κομμάτια έπαιξαν επίσης 3 διαφορετικοί ντράμερ!Οι ηχογραφήσεις κράτησαν μόλις 10 μέρες.
Αποφάσισαν όμως πριν βγει στην κυκλοφορία το άλμπουμ να έχουν έναν μόνιμο ντράμερ. Έτσι προσελήφθη ο Αυστραλός Phil Rudd με θητεία στους Buster Brown.

Στις 17 Φεβρουαρίου του 1975 κυκλοφορεί σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία το πρώτο άλμπουμ των AC/DC, το High Voltage. Στις 3 Μαρτίου κυκλοφόρησαν single που περιείχε τα Love Song και Baby Please Don’t Go, το οποίο παρόλο που είναι διασκευή του Big Joe Williams έφτασε στο Top-10 των Αυστραλιανών charts, ενώ τον ίδιο μήνα προσέλαβαν τον μπασίστα Mark Evans. Τον Ιούνιο το High Voltage έχει γίνει χρυσό στην Αυστραλία.

Ένα μήνα αργότερα οι AC/DC μπαίνουν στο στούντιο για την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους πάλι με παραγωγούς τους George Young και Harry Vanda. To Τ.Ν.Τ. κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1975 και παράλληλα οι AC/DC υπογράφουν συμβόλαιο με την Atlantic Records, ενώ μέχρι τα τέλη του χρόνου το High Voltage έχει γίνει τρεις φορές χρυσό και οι AC/DC χαρακτηρίζονται ως το κορυφαίο γκρουπ της Αυστραλίας.

Η επιτυχία συνεχίζεται αμείωτα κι έτσι ο Ιανουάριος του 1976 βρίσκει τους AC/DC και πάλι στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το επόμενο τους άλμπουμ. Τον Φεβρουάριο το Τ.Ν.Τ. είναι Νο.2 στα charts της Αυστραλίας και τον Μάρτιο έχει γίνει τρεις φορές χρυσό.
Τον Απρίλιο το συγκρότημα πηγαίνει στο Λονδίνο για μερικές εμφανίσεις, αλλά τελικά παραμένουν λόγω της τεράστιας επιτυχίας τους. Έτσι μια νέα έκδοση του High Voltage κυκλοφορεί και στην Αγγλία, όπου περιέχει κομμάτια και από το T.N.T. τον Μάιο του 1975.

Το καλοκαίρι βρίσκει το συγκρότημα σε συναυλίες στην Ευρώπη και τον Σεπτέμβριο κυκλοφορεί το τρίτο τους άλμπουμ από την Albert μόνο στην Αυστραλία. Ο τίτλος του είναι Dirty Deeds Done Dirt Cheap, ενώ η Ευρωπαϊκή έκδοση του High Voltage κυκλοφορεί πια και στις Η.Π.Α.
Τον Νοέμβριο το Dirty Deeds Done Dirt Cheap κυκλοφορεί και στην Μεγάλη Βρετανία, αλλά απορρίπτεται από τις Η.Π.Α. Εκεί θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 1981.

Τον Ιανουάριο του 1977 οι AC/DC ηχογραφούν για τελευταία φορά με την Albert μέχρι το 2001(Κυκλοφόρησαν στην Αυστραλία άλλη μια έκδοση του Stiff Upper Lip, που περιείχε και μερικά live κομμάτια της περιοδείας). Στις 21 Μαρτίου στην Αυστραλία και στις 23 Ιουνίου στις Η.Π.Α. κυκλοφορεί το Let There Be Rock.
Τον Μάρτιο του 1977 μετά από διαμάχες με τον Angus Young απολύεται ο μπασίστας Mark Evans και την θέση του παίρνει ο Άγγλος Cliff Williams, ο οποίος είχε ιδρύσει τους Home και είχε παίξει και με τους Bandit. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς το συγκρότημα παίζει για πρώτη φορά στην Νέα Υόρκη.

Με παραγωγούς τους George Young και Harry Vanda τον Φεβρουάριο του 1978 ηχογραφούνε το Powerage, το οποίο βγαίνει στην κυκλοφορία τον ερχόμενο Μάιο. Στις 30 Απριλίου, όμως, έγιναν και οι ηχογραφήσεις για το πρώτο live άλμπουμ τους, το If You Want Blood (You Got It), στο Apollo Theatre της Γλασκώβης το οποίο κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Οι AC/DC όλο αυτό το διάστημα έχουν παίξει με τους Black Sabbath, REO Speedwagon, Kiss, Styx, Aerosmith, Blue Oyster Cult, Cheap Trick, Alice Cooper, Foreigner, Van Halen, Ted Nugent, UFO, Thin Lizzy κ.α. ενώ όλα δείχνουν πως η κατάκτηση της κορυφής δεν είναι μακριά...

Οι 4 πρώτοι μήνες του 1979 βρίσκουν τους AC/DC να δουλεύουν πάνω στο έκτο στούντιο άλμπουμ τους. Ο τίτλος στην αρχή δεν άρεσε στην δισκογραφική εταιρία, αλλά οι αδερφοί Young αποφάσισαν πως η ονομασία του δίσκου δεν θα άλλαζε. Έτσι, στα τέλη του Ιουλίου, το Highway To Hell(Λεωφόρος προς την κόλαση) κυκλοφορεί σε ολόκληρο τον κόσμο και ήδη στις αρχές του Αυγούστου είναι μέσα στα Τop-20 σε Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α., ενώ οι πωλήσεις του άλμπουμ μέχρι τον Οκτώβριο του 1979 μόνο στις Η.Π.Α έχουν φτάσει στα 500.000 αντίτυπα.

Ο τίτλος του άλμπουμ, το εξώφυλλο του και τα "κέρατα" του Angus στις συναυλίες έδωσαν το έναυσμα σε διάφορους να πιστεύουν πως οι AC/DC είναι σατανιστές. Το συγκρότημα παρέπεμψε τους επικριτές τους στους στίχους του ομώνυμου κομματιού λέγοντας πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα δίσκο αφιέρωμα στις συνεχόμενες συναυλίες και στον σκληρό δρόμο της επιτυχίας μέχρι την κατάκτηση της κορυφής...

Ο θάνατος του "αδερφού"

Το συγκρότημα AC/DC ήταν πάντα υπόθεση οικογενειακή. Όμως, το κοινό στοιχείο της μετανάστευσης από την Σκωτία στην Αυστραλία για τους αδερφούς Young και του Bon Scott ήταν κάτι που τους είχε δέσει σαν αδέρφια.
Έτσι, το πρωινό της Τρίτης της 19ης Φεβρουαρίου 1980, η είδηση του θανάτου του Bon Scott έπεσε σαν κεραυνός στο συγκρότημα. Ο Angus ήταν ο πρώτος που το έμαθε και ενημέρωσε και τα υπόλοιπα μέλη.
Ο Bon το προηγούμενο βράδυ είχε βγει με έναν φίλο του να πιει μερικά ποτά στο κέντρο του Λονδίνου. Κάτι, που ήταν απολύτως φυσιολογικό για έναν rocker που βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Άλλωστε ο Bon πάντα έπινε κάτι παραπάνω, αλλά χωρίς ποτέ να ξεφεύγει. Ο φίλος του στην αρχή τον οδήγησε στο σπίτι, αλλά επειδή ο Bon δεν σηκωνόταν, πήγε στο δικό του και τον άφησε να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο. Το πρωί που σηκώθηκε είδε τον Bon να πνίγεται στον ίδιο του τον εμετό, λόγω της στάσης, που είχε το κεφάλι του. Λίγο πριν φτάσει στο νοσοκομείο Kings o Bon Scott ξεψύχησε... Ήταν μόλις 33 χρονών...

Η κατάκτηση της κορυφής

Πριν τον θάνατο του Bon Scott οι αδερφοί Young δούλευαν στο επόμενο άλμπουμ τους. Το μόνο, που έλειπε ήταν τα φωνητικά. Μετά το τραγικό συμβάν σταμάτησαν τα πάντα και φρόντισαν να βρίσκονται κοντά στην οικογένεια του Bon.
Σκεφτόταν να συνεχίσουν, αλλά δεν είχαν το κουράγιο. Όμως, οι γονείς του Bon ήταν αυτοί, που τους ενθάρρυναν, ώστε το συγκρότημα να μην διαλυθεί. Άλλωστε και ο ίδιος ο Bon δεν θα το ήθελε να συμβεί με αυτό τον τρόπο...

Έτσι, με την ευλογία των γονιών του Bon, ξεκίνησαν την αναζήτηση του επόμενου τραγουδιστή τους. Ο παραγωγός τους Mutt Lange είχε αναφέρει το όνομα του Brian Johnson από τους Geordie. Επίσης ένας fan του συγκροτήματος από το Κλίβελαντ είχε στείλει γράμμα στους AC/DC και τους πρότεινε να ακούσουν τον Johnson γράφοντας τους πως είναι ο κατάλληλος. Έτσι αποφασίσανε να τον δοκιμάσουν.

Στην ακρόαση ο Johnson ζήτησε να τραγουδήσει το Nutbush City Limits της Tina Turner και οι αδερφοί Young το δικό τους Whole Lotta Rosie. Στις 8 Απριλίου 1980, συμπληρώθηκαν 50 μέρες από τον θάνατο του Bon Scott και οι AC/DC ανακοινώνουν τον Brian Johnson ως νέο τους τραγουδιστή.


Μια απόφαση, που εξέπληξε, όμως, τους φίλους των AC/DC, ήταν να ηχογραφήσουν το επόμενό τους άλμπουμ στις Μπαχάμες. Έτσι στα μέσα Απριλίου το συγκρότημα μετακόμισε στην πόλη Nassau και στα Compass Point Studios ξεκίνησαν να δουλεύουν για το έβδομο άλμπουμ τους.
Το ίδιο το συγκρότημα δικαιολόγησε αυτή την απόφαση με το ότι ήθελαν να είναι όλοι μαζί και να δουλεύουν όλοι μαζί, να μην επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες και να μπορεί και ο ίδιος ο Johnson να προσαρμοστεί πιο γρήγορα. Και γι’ αυτό, όταν τελείωσαν οι ηχογραφήσεις, πριν κυκλοφορήσουν το άλμπουμ έκαναν μια συναυλία ντεμπούτο για τον Brian στο Βέλγιο.

Στα μέσα Ιούλιου του 1980 το συγκρότημα ξεκινάει περιοδεία σε Η.Π.Α. και Καναδά για την προώθηση του νέου τους άλμπουμ, το οποίο θα έχει κυκλοφορήσει σε ολόκληρο τον κόσμο μέχρι τα μέσα Αυγούστου.

Ο τίτλος του είναι Back In Black. Το μαύρο εξώφυλλο του είναι σημάδι πένθους για τον αδικοχαμένο Bon Scott, ενώ το τραγούδι "Have A Drink On Me" είναι αφιερωμένο στον μέχρι πρόσφατα τραγουδιστή του συγκροτήματος.

Μέχρι τον Νοέμβριο του 1980 το Back In Black είχε πουλήσει 10 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι μάλιστα το Νο.2 άλμπουμ όλων των εποχών σε πωλήσεις με περισσότερα από 42 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ είναι το Νο.1 σε πωλήσεις από συγκρότημα.

Μια άσχημη δεκαετία

Η μεγάλη επιτυχία του Back In Black οδήγησε και το επόμενο άλμπουμ του συγκροτήματος στην κορυφή. Το For Those About To Rock(We Salute You) ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο του 1981 και κυκλοφόρησε στις 23 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι μάλιστα το πρώτο άλμπουμ των AC/DC που έφτασε στο Νο.1 των Αμερικάνικων charts, ενώ έφτασε στο Νο.3 στην Μεγάλη Βρετανία.

Σχεδόν ενάμιση χρόνο αργότερα το συγκρότημα επέστρεψε στις Μπαχάμες για να ηχογραφήσει το επόμενό τους άλμπουμ και μάλιστα με δική τους παραγωγή. Έχει τίτλο Flick OF The Switch και κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1983 σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό, που έκανε, όμως, εντύπωση ήταν ο διωγμός του ντράμερ Phil Rudd. Βέβαια, οι σχέσεις του με τον Malcolm ήταν τεταμένες και ήταν θέμα χρόνου η απόλυση του, όταν μάλιστα ο Phil, μην μπορώντας να ξεπεράσει τον χαμό του Bon Scott, είχε ξεπέσει σε διάφορες ουσίες.
Ο αντικαταστάτης του ήταν ο Άγγλος Simon Wright με θητεία στους Α ΙΙ Ζ.

Έτσι, φτάνουμε στον Οκτώβριο του 1984, που το συγκρότημα ξεκινάει και πάλι ηχογραφήσεις, αλλά παράλληλα κυκλοφορεί και ένα μίνι άλμπουμ με 5 τραγούδια, που είχαν ηχογραφήσει την περίοδο 1974-1976 και έχει τίτλο ’74 Jailbreak. 28 Ιουνίου κυκλοφορεί το δεύτερο –και τελευταίο- άλμπουμ με παραγωγούς τα μέλη του συγκροτήματος. Το Fly On The Wall για πολλούς θεωρείται το χειρότερο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα...
Και δυστυχώς και η συνέχεια δεν είναι καλύτερη.

Nightstalker

Τον Μάρτιο του 1985 είχε ξεκινήσει μια σειρά δολοφονιών στο Λος Άντζελες των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία σταμάτησε μερικούς μήνες αργότερα με την σύλληψη του δράστη. Σε μια από τις δεκαέξι δολοφονίες στον τόπο του εγκλήματος βρέθηκε ένα καπέλο που είχε πάνω του ραμμένο το λογότυπο του συγκροτήματος. Ο υπεύθυνος της υπόθεσης είχε την ιδέα να δημοσιεύσει το καπέλο πιστεύοντας, πως θα βοηθούσε στην σύλληψη του δολοφόνου, αν εμφανιζόταν μάρτυρας, ο οποίος θα γνώριζε κάποιον με συνήθεια να φοράει καπέλο AC/DC...
Αυτό, που βοήθησε τελικά, ήταν να δώσουν υλικό στους δημοσιογράφους, ώστε να γεμίσουν τις σελίδες των εφημερίδων τους. Αρχίσανε διάφορες συγκρίσεις σε εξώφυλλα και στίχους του συγκροτήματος με τον τρόπο, που ο Richard Ramirez διέπραττε τις δολοφονίες του, αλλά και τις πεντάλφες, που ζωγράφιζε στα σπίτια των θυμάτων του. Το χειρότερο ήταν, όμως, πως στην σύλληψη του ο Nightstalker ισχυρίστηκε, πως επηρεάστηκε από το τραγούδι Night Prowler των AC/DC. Το τραγούδι, βέβαια, αναφέρεται σε παιδικές "αταξίες", όπως το να επισκέπτεσαι αργά το βράδυ την φιλενάδα σου, όταν οι υπόλοιποι κοιμούνται...
Ήταν μάλιστα η περίοδος που οι δημοσιογράφοι παρερμήνευσαν το AC/DC και έγραψαν, πως σημαίνει Anti-Christ/Devil's Child. Και παρόλο που το συγκρότημα εξηγούσε την έμπνευση από την ραπτομηχανή της αδερφής τους, πάντα επέμεναν πως υπάρχει κάτι περισσότερο...

P.M.R.C.

Μετά την υπόθεση Nightstalker ήρθε άλλο ένα πρόβλημα να αναστατώσει στο συγκρότημα. Το 1985 ιδρύθηκε το P.M.R.C (Parents Music Resource Center) από συζύγους βουλευτών του Αμερικάνικου Κογκρέσου με σκοπό την καταπολέμηση των άσεμνων στίχων από τραγούδια της rock μουσικής. Το P.M.R.C. με πρόεδρο την Tipper Gore (σύζυγος του Al Gore) "κυνήγησε" με μανία τους AC/DC κατηγορώντας τους συνεχώς για το περιεχόμενο των στίχων τους. Ένα από τα κομμάτια, που έχουν στην λίστα τους είναι το Let Me Put My Love Ιnto You από το Back In Black.

Maximum Overdrive

Ένας από τους καλύτερους συγγραφείς και σκηνοθέτες ταινιών τρόμου και δηλωμένος θαυμαστής των AC/DC, ο Stephen King ζήτησε από το συγκρότημα τραγούδια για την μουσική υπόκρουση της ταινίας του Maximum Overdrive. Έτσι, τον Μάιο του 1986 κυκλοφόρησε το Who Made Who έχοντας 6 τραγούδια από παλιότερες δουλειές του γκρουπ και τρία καινούργια. Τα Who Made Who, D.T. και Chase the Ace.

Η αποχώρηση του Malcolm

Το μόνο θετικό όλα αυτά τα χρόνια για το συγκρότημα των AC/DC ήταν οι sold out συναυλίες τους. Αλλά τα προβλήματα δεν σταματάνε...
Τον Αύγουστο του 1987 το συγκρότημα ξαναμπαίνει στο στούντιο για να αρχίσει τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1988. Έχει τίτλο Blow Up Your Video.
Κατά την διάρκεια, όμως, της περιοδείας για την προώθηση του Blow Up Your Video ο Malcolm αποχώρησε από το συγκρότημα λόγω προβλημάτων αλκοολισμού. Την θέση του στις περιοδείες πήρε ο ανιψιός του Stevie Young, ενώ ο Malcolm ξεκίνησε την απεξάρτηση του από το αλκοόλ με την βοήθεια των ανωνύμων αλκοολικών.

Στο τέλος της περιοδείας αποχώρησε και ο ντράμερ Simon Wright για να συνεχίσει την καριέρα του στην μπάντα του Dio.

Και πάλι στην κορυφή

Με την επιστροφή του Malcolm το συγκρότημα άρχισε να δουλεύει στο επόμενο του άλμπουμ αφού πρώτα αντικατέστησε τον Wright στην θέση του ντράμερ με τον Chris Slade, ο οποίος είχε εμπειρία με γκρουπ όπως τους Uriah Heep, Gary Moore και άλλους.
Με παραγωγό τον Bruce Fairbairn και δουλεύοντας από τα τέλη του 1989 μέχρι τον Ιούνιο του 1990 οι AC/DC κατάφεραν να φτιάξουν ένα άλμπουμ αντάξιο της ιστορίας τους. Το The Razors Edge κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1990, και μέχρι τον Οκτώβριο μόνο στις Η.Π.Α. έχει πουλήσει 3 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει φτάσει στο Νο.2 στα charts, ενώ έχει φτάσει στο Νο.4 και στην Μεγάλη Βρετανία.

Το γκρούπ έχει φτάσει πια τις 60 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ μόνο το Back In Black και μόνο στις Η.Π.Α. έχει πουλήσει περισσότερα από 10 εκατομμύρια αντίτυπα.

Ο θάνατος ξαναχτυπά

Στις 18 Ιανουαρίου 1991 το πρόγραμμα της περιοδείας για την προώθηση του The Razors Edge έγραφε Utah/Salt Lake City. Μόλις οι πόρτες άνοιξαν 13.000 θεατές έτρεξαν μπροστά για να πιάσουν όσο το δυνατόν καλύτερες θέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν τρία άτομα να ποδοπατηθούν και να πεθάνουν από ασφυξία.
Το συγκρότημα στην αρχή έμαθε το θάνατο ενός ατόμου. Ήταν έτοιμοι να σταματήσουν την συναυλία, αλλά οι υπεύθυνοι τους συμβούλεψαν να συνεχίσουν για να αποφύγουν τα χειρότερα. Στο τέλος της συναυλίας έμαθαν πως τα θύματα ήταν τρείς.
Το γεγονός αυτό μέχρι και σήμερα ο Malcolm δεν θέλει καν να το συζητήσει...

Junior

Οι AC/DC τον Οκτώβριο του 1992 κυκλοφορούνε το δεύτερο ζωντανό τους άλμπουμ, που έχει τον τίτλο Live και αρχές του 1993 έγιναν οι ηχογραφήσεις για το τραγούδι Big Gun, το οποίο περιέχεται στο soundtrack της ταινίας "Last Action Hero" και που πρωταγωνιστεί ο Arnold Schwarzenegger.

Το 1994 επιφυλάσσει κάτι ευχάριστο για τους φίλους του συγροτήματος. Οι αδερφοί Young ξεκινήσανε να δουλεύουν πάνω στο επόμενο άλμπουμ τους και κάλεσαν τον παλιό τους φίλο και πρώην ντράμερ του συγκροτήματος Phill Rudd να παίξει μερικά κομμάτια μαζί τους. Τελικά ο Chris Slade απολύεται και την θέση του παίρνει ο Rudd. Αυτή είναι και η τελευταία αλλαγή στο σχήμα του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα.

Τον Οκτώβριο του 1994 το συγκρότημα άρχισε τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ του, αλλά θα κυκλοφορήσει σχεδόν ένα χρόνο αργότερα. Έχει τίτλο Ballbreaker.

Το προτελευταίο άλμπουμ των AC/DC έχει τίτλο Stiff Upper Lip. Οι ηχογραφήσεις έγιναν από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1999 και το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2000. Το εξώφυλλο του άλμπουμ απεικονίζει ένα άγαλμα του Angus. Το γκρούπ αποφάσισε να φτιάξει ένα τεράστιο άγαλμα για τις ανάγκες της Stiff Upper Lip περιοδείας. Η ονομασία του αγάλματος είναι Junior.

Black Ice

Στις 20 Οκτωβρίου 2008 κυκλοφόρησε επίσημα το 15ο στούντιο άλμουμ των AC/DC με τίτλο Black Ice.Πρώτο single του άλμπουμ είναι το Rock 'n Roll Train που κυκλοφόρησε στις 28 Αυγούστου 2008.Το συγκρότημα μάλιστα έκανε διαγωνισμό για 150 φίλους του γκρουπ που θα συμμετείχαν στο video clip. Σύμφωνα με το επίσημο site των AC/DC ,το Black Ice στην πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του πούλησε πάνω από 780.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και είναι Νο1 σε πωλήσεις σε 29 χώρες. Επίσης σύμφωνα με το Billboard το Black Ice είναι Νο1 στο Top200,No1 στα πιο περιεκτικά άλμπουμ και Νο1 σε Top Rock,Top Pop και Top Internet άλμπουμ για την εβδομάδα μέχρι 8 Νοεμβρίου 2008. Την εβδομάδα 3 εως 9 Νοεμβρίου το Black Ice ήταν Νο1 σε πωλήσεις στην Ελλάδα και μάλιστα έγινε χρυσό.

Τα μέλη

Angus Young - σόλο κιθάρα
Malcolm Young - ρυθμική κιθάρα
Brian Johnson - τραγούδι
Phill Rudd - ντράμς
Cliff Williams - μπάσο

Δισκογραφία

1975 - High Voltage (Μόνο σε Αυστραλία)
1975 - Τ.Ν.Τ (Μόνο σε Αυστραλία)
1976 - High Voltage (Συνδιασμός των 2 πρώτων άλμπουμ για παγκόσμια κυκλοφορία)
1976 - Dirth Deeds Done Dirt Cheap (Μόνο σε Αυστραλία)
1976 - Dirth Deeds Done Dirt Cheap (Διαφορετική έκδοση για παγκόσμια κυκλοφορία)
1977 - Let There Be Rock (Μόνο σε Αυστραλία)
1977 - Let There Be Rock (Διαφορετική έκδοση για παγκόσμια κυκλοφορία)
1978 - Powerage
1978 - If You Want Blood (You Got It)
1979 - Highway To Hell
1980 - Back In Black
1981 - For Those About To Rock
1983 - Flick Of The Switch
1984 - '74 Jaibreak
1985 - Fly On The Wall
1986 - Who Made Who
1988 - Blow Up Your Video
1990 - The Razors Edge
1992 - Live (Υπάρχει και συλλεκτική έκδοση σε διπλό CD με περισσότερα κομμάτια)
1995 - Ballbreaker
1997 - Bonfire (Συλλογή αφιέρωμα στον Bon Scott που περιέχει τα Volts, Live From Atlantic Studios και Let There Be Rock: The Movie)
2000 - Stiff Upper Lip
2001 - Stiff Upper Lip:Tour Edition (Μόνο σε Αυστραλία)
2008 - Black Ice

Firewind Principal club theater 10/1/09

Ολα δειχνανε οτι για αλλη μια φορα οι Firewind θα καταφερνανε να μας κεντρισουν το ενδιαφερον.Το εισητηριο ηταν πολυ φθηνο (15ερω) και ετσι μπορουσαν να πανε και πιτσιρικαδες.Ο κοσμος στην πλειοψηφεια του ηταν κατω των 20 χρονων και οι Firewind αποζημοιωσαν οσους πηγαν στο principal για να τους δουν.
Τα παιδια εδειξαν οτι το κατεχουν αυτο που κανουν.
Ειχαν πολυ ενεργεια και ολοι πλεον ευχονται να συνεχισουν ετσι!
Οι Eldritch(ουτε το ονομα τους ξερω) με αφησαν παγερα αδιαφορο!

Οι AC/DC στην Ελλαδα.

Οι ac/dc ζωντανα στην Ελλαδα στις 28/5 στο ΟΑΚΑ!
Για πρωτη φορα στην Ελλαδα και μαλλον τελευταια καθως υπαρχει εντονη φιμολογια οτι η περιοδεια για το νεο τους δισκο ''Black Ice'' θα ειναι και η τελευταια!
Οποτε τρεξτε να παρετε εισητηρια που θα κυμαινονται απο 60-90 ευρω!
Φαινονται πολλα αλλα μιλαμε για τους ac/dc!

Οι deep purple στην Ελλαδα.

δεν γνωριζω για τις τιμες των εισητηριων.
μονο τις ημερομηνιες.




22.07.2009
Greece Terra Vibe Park Athens
23.07.2009
Greece Moni Lazariston Thessaloniki

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008








Iron Maiden
Καταγωγή
Αγγλία , Μεγάλη Βρετανία ,

Είδος μουσικής
Χέβι μέταλ

Δισκογραφική
ΕΜΙ

Χρόνια εν ενεργεία
1975 - Παρόν

Μέλη
Bruce Dickinson,Dave Murray,Adrian Smith,Janick Gers,Steve Harris,Nicko McBrain
Πρώην μέλη
Paul Di'Anno,Clive Burr,Blaze Bayley,Dennis Stratton

Ιστοσελίδα
Επίσημη Σελίδα του Συγκροτήματος

Οι Iron Maiden είναι ένα heavy metal μουσικό συγκρότημα από την Αγγλία. Είναι από τους δημοφιλέστερους εκπροσώπους του heavy metal και ειδικά του New Wave Of British Heavy Metal παγκοσμίως για πάνω από 25 χρόνια. Κομμάτια όπως το The Τrooper, Number of the Beast, Fear of the Dark, Run to the Hills και Hallowed be Thy Name αποτελούν ιστορικές στιγμές όχι μόνο για το metal αλλά και γενικά για την rock σκηνή. Στο ενεργητικό τους έχουν πολλές πρωτιές σε εμπορικό επίπεδο αλλά έχουν βραβευτεί πολλές φορές και από κριτικούς αλλά και από το κοινό.
[Επεξεργασία] Ιστορία
Δημιουργήθηκαν το 1975 από τον Steve Harris (μπάσο) ο οποίος μαζί με τον Dave Murray (κιθάρα) είναι και τα μόνα μέλη που παραμένουν μέχρι σήμερα στην σύνθεση της μπάντας. Το όνομά τους προέρχεται από τη Σιδηρά κόρη της Νυρεμβέργης, ένα όργανο βασανισμού. Ο πρώτος τραγουδιστής της μπάντας ήταν ο Paul Di Anno ο οποίος και είχε μια εντονότερη αίσθηση πανκ, από τον μετέπειτα αντικαταστάτη του Bruce Dickinson, του οποίου οι φωνητικές ικανότητες έδωσαν πραγματικά σημαντική ώθηση στις συνθέσεις του συγκροτήματος. Πολύ αργότερα ο Ντίκινσον αντικαταστάθηκε από τον Μπλέιζ Μπέιλι για κάποιο διάστημα. Στο συγκρότημα επέστρεψαν το 1999 ο Bruce Dickinson και ο Adrian Smith.
[Επεξεργασία] Δισκογραφία
§ 1979: The Soundhouse Tapes
§ 1980: Iron Maiden + Bonus Disc
§ 1980: Live!! + 1
§ 1980: Metal For Muthas Vol 1 (Reissue-2000)
§ 1981: Killers + Bonus Disc
§ 1982: The Number of the Beast (A-Remastered-1998) + Bonus Disc
§ 1983: Piece of Mind + Bonus Disc
§ 1984: Powerslave + Bonus Disc
§ 1985: Live After Death (2CD) + Bonus Disc
§ 1986: Somewhere in Time + Bonus Disc
§ 1988: Seventh Son of a Seventh Son + Bonus Disc
§ 1990: No Prayer for the Dying + Bonus Disc
§ 1992: Fear of the Dark + Bonus Disc
§ 1992: Live At Donnington (2CD)
§ 1993: A Real Dead One
§ 1993: A Real Live One
§ 1995: The X Factor
§ 1996: Best Of The Beast (2CD)
§ 1998: In Profile
§ 1998: Virtual XI
§ 1999: Ed Hunter (2CD)
§ 2000: Brave New World
§ 2002: Eddie's Archive-Beast Over Hammersmith (2CD)
§ 2002: Eddie's Archive-BBC Archives (2CD)
§ 2002: Eddie's Archive-Best Of The B΄Sides (2CD)
§ 2003: Edward The Great
§ 2003: Dance of Death
§ 2004: Rock In Rio (2CD)
§ 2003: Dance Of Death
§ 2005: Death On The Road (2CD)
§ 2005: The Essential Iron Maiden (2CD)
§ 2006: A Matter Of Life And Death
§ 2006: The Reincarnation of Benjamin Breeg
§ 2006: Different World

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Αφιερωμα στους Black Sabbath-Μερος Δευτερο

Η αναπάντεχη επιτυχία των Sabbath είχε οδηγήσει το συγκρότημα σε ένα φαύλο κύκλο συνεχών περιοδειών, ηχογραφήσεων και πολλών προβλημάτων με τα ναρκωτικά. Έτσι λοιπόν η μπάντα αποφασίζει να κάνει ένα διάλειμμα και να απομακρυνθεί για λίγο απο την ενεργό δράση. Προφανώς η εμπορική καταξίωση ήρθε κάπως απότομα γι' αυτούς τους 4 νεαρούς από το Birmingham οι οποίοι πέρασαν από την απαξίωση στην παγκόσμια καταξίωση με πολύ ταχείς ρυθμούς. Οι προσδοκίες των οπαδών είχαν αυξηθεί δραματικά καθώς η μπάντα έδειχνε να εξελίσσεται, αγγίζοντας με κάθε κυκλοφορία της καινούρια ανεξερεύνητα μουσικά μονοπάτια. Κανείς όμως δεν ήταν προετοιμασμένος για το τι θα ακολουθούσε. Οι Πατέρες λοιπόν της heavy μουσικής κυκλοφορούν εν έτει 1973 το αραβούργημα "Sabbath Bloody Sabbath" και όλος ο μουσικός κόσμος μένει με το στόμα ανοιχτό. Μιλάμε για μία συλλογή μουσικών συχνοτήτων οι οποίες είναι πολύ μπροστά από την εποχή τους ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, οι οποίες αψηφούν κάθε συμβατική έννοια του χρόνου. Ο δίσκος είναι ίσως ότι πιο κολοσσιαίο δημιουργήθηκε ποτέ από οποιαδήποτε μπάντα. Τι να πω σε κάποιον ο οποίος δεν έχει ακούσει αυτό το album πέραν του ότι μάλλον έχει χάσει μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής; Μιλάμε για μια ηχητική πανδαισία η οποία μόνο με την ύστατη νιρβάνα μπορεί να συγκριθεί. Το κάθε μουσικό σύνολο είναι διαποτισμένο από την αστείρευτη έμπνευση της μπάντας και της μαγικής χημείας που πάντα δίεπε τα κομμάτια της αυθεντικής σύνθεσης. Heavy μουσική με πολλά πλήκτρα, συνθέσεις από άλλο πλανήτη, ταξιδιάρικη παραγωγή, ασύλληπτο εξώφυλλο, συνθέτουν το παζλ αυτής της κυκλοφορίας. Το να προσπαθήσω να περιγράψω έναν απο τους σημαντικότερους λόγους που ακούω μουσική, φαντάζει άτοπο και μόνο όσοι έχουν βιώσει την ακρόαση του συγκεκριμένου έπους αντιλαμβάνονται αυτό που οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν. Το group ξεκίνησε παγκόσμια περιοδεία η οποία όμως δυστυχώς είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσουν να βγαίνουν στην επιφάνεια οι προσωπικές διαμάχες της μπάντας. Οι συνεχείς καταχρήσεις σε συνδυασμό με τις ισχυρές προσωπικότητες των μελών, οι οποίες πολλές φορές έδειχναν να υπερκαλύπτουν το σύνολο, οδήγησε το σχήμα σε ένα τέλμα, με αποκορύφωμα την εμφάνιση τους στο California Jam, η οποία κινδύνεψε ακόμη και με ακύρωση αλλά ο κίνδυνος να χρειαστεί να πληρώσουν 100.000$ στους διοργανωτές, τους ανάγκασε να εμφανιστούν. Η εμφάνιση τους μπροστά σε 200.000 χιλιάδες κόσμου θεωρείται μία από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία τους. Μετά το πέρας της περιοδείας για το "Sabbath Bloody Sabbath" το συγκρότημα αποφασίζει να μπει στο studio για να ηχογραφήσει το διάδοχo του. Οι ηχογραφήσεις κράτησαν έναν ολόκληρο χρόνο στα Morgan Studios του Λονδίνου καθώς και στις Βρυξέλλες, γεγονός που είναι αξιοσημείωτο για μια μπάντα που είχε ηχογραφήσει το ντεμπούτο της σε 3 μέρες! Η μουσική των Sabbath όμως είχε αρχίσει να γίνεται πολύ απαιτητική και αυτό ήταν αποτέλεσμα της τελειομανίας που διέκρινε τα μέλη του group. Το "Sabotage" κυκλοφόρησε στις 28 Ιουλίου του 1975 και βρίσκει τους Sabbath να ίπτανται σε ύψη δυσθεώρατα. Το album όμως δίχασε τους οπαδούς γιατί εκτός από τα heavy κομμάτια υπήρχαν κάποιες πολύ πειραματικές συνθέσεις. Για τον γράφων, το "Sabotage" αποτελεί μια προσωπική αδυναμία και ο λόγος ακούει στο όνομα "Megalomania", ίσως η κορυφαία στιγμή του group και σίγουρα μία απο τις καλύτερες συνθέσεις που έχει δημιουργήσει ποτέ άνθρωπος. Το " Sabotage" ακροβατεί ανάμεσα στο heavy rock και στο progressive και είναι η τρανή απόδειξη ότι η έμπνευση οδηγεί στην εξέλιξη και όχι η απουσία της (όπως δυστυχώς συμβαίνει με πολλές καινούριες μπάντες). Τα 8 κομμάτια που κατέγραψε το μπομπινόφωνο αποτελούν σημείο αναφοράς για τη μουσική και είναι καταδικασμένα να αποτελούν μέτρο σύγκρισης για όλα τα συγκροτήματα της ηλεκτροδοτούμενης μουσικής. Η οποιαδήποτε προσπάθεια περιγραφής (τι μικρή λέξη αλήθεια) του μουσικού κολοσσού που ακούει στο όνομα "Sabotage" πέφτει στο κενό, καθώς η βελόνα διαβάζει τα αυλάκια του βινυλίου. Στα 43 λεπτά που διαρκεί το βίωμα, χάνεις κάθε αίσθηση του χωροχρόνου και κάθε έννοια που ορίζει την συμβατότητα μας με το σύμπαν... Αιωρείσαι σε μέρη άγνωστα και νιώθεις συναισθήματα που μόνο η απόλυτη ηδονή μπορεί να πλησιάσει και αυτή με δυσκολία, κάθε συναίσθημα λύπης, χαράς, απόγνωσης, φόβου, απελπισίας, διαύγειας, είναι αποτυπωμένο με τον καλύτερο τρόπο σε αυτό το μουσικό αμάγαλμα. Ποτέ άλλοτε ο χρόνος δεν είχε τέτοια διαστρέβλωση και μετά από κάθε ακρόαση του "Sabotage" χρειάζεσαι αρκετή ώρα μέχρι να επανέλθεις στην πραγματικότητα. Για αυτό φροντίζει το ασσύληπτο "Blow On A Jug" που κλείνει το δίσκο. Μιλάμε για ένα κομμάτι που η διάρκεια του δεν ξεπερνά τα 20 δευτερόλεπτα και ακούς τον Ozzy λιωμένο από το αλκοόλ (και ένας θεός ξέρει τι άλλο) με τη συνοδεία πιάνου, να σε καλεί να τραβήξεις μια τζούρα από το μαγικό συστατικό που δοκίμασε και αυτός. Το κομμάτι για μένα αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι Sabbath ήταν απλώς 4 άτομα που έκαναν αυτό που γούσταραν χωρίς να υπολογίζουν κανέναν. Ξέρετε πολλές μπάντες που να κυκλοφορούν το πιο φιλόδοξο album τους, έχοντας εξασφαλίσει τη συμμετοχή συμφωνικής ορχήστρας, έχοντας ξοδέψει ένα χρόνο ηχογραφώντας το δίσκο με ότι έξοδα αυτό συνεπάγεται και να κλείνουν το δίσκο με ένα τέτοιο κομμάτι; Και πώς τόλμησαν να βάλουν αυτό το κομμάτι μετά το μυθικό "The Writ"; Δε νομίζω να υπάρχουν εκεί έξω πολλές μπάντες που να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους με το χιούμορ που το έκαναν οι Sabbath. Ακούγοντας το "Blow On A Jug" πριν ακούσεις το δίσκο καταλαβαίνεις ότι οι παρενέργειες του "Sabotage" είναι αρκετές και κάποιος που μόλις έχει βιώσει το album δεν έχει ανάγκη από παραισθησιογόνες ουσίες για να βρεθεί "αλλού"... Μετά την κυκλοφορία του δίσκου οι Sabbath ξεκίνησαν μια περιοδεία, η οποία κατέληξε σαν η πιο επιτυχημένη της καριέρας τους. Οι Sabbath ήταν το μεγαλύτερο group του πλανήτη και ούτε η αλλαγή manager δε μπορούσε να σταματήσει τη μπάντα από αυτή την ξέφρενη πορεία. Και παρότι ο Ozzy παραπονιόταν για το γεγονός ότι τα κομμάτια του δίσκου πλέον δεν ήταν εύκολο να αποδωθούν live, όσοι είχαν την τύχη να δούν ζωντανά το συγκρότημα στη συγκεκριμένη περιοδεία, απήλαυσαν τους Sabbath στο απόγειο. Δυστυχώς οι προσωπικές διαμάχες χτύπησαν και πάλι το συγκρότημα, καθώς ο Iommi απαιτούσε να είναι στο κέντρο της σκηνής και ο Ozzy στο πλάι... Μπορεί κανείς να φανταστεί τον Ozzy να κάθεται στην άκρη και τον Iommi αγέλαστο και σοβαρό να στέκεται στη μέση της σκηνής; Όπως όλοι φαντάζεστε, ήταν τα ναρκωτικά που μιλούσαν και όχι ο ίδιος ο Iommi (κάτι που παραδέχτηκε και ο ίδιος μετά απο μερικά χρόνια) και ήταν άλλο ένα ράγισμα στο ποτήρι ανάμεσα στους 2 μουσικούς. Ο επόμενος δίσκος φύλαγε άλλη μια αλλαγή για τους Sabs, αυτή τη φορά γεωγραφική. Η πολύ μεγάλη φορολογία που επέβαλλε η Αγγλία στους κατοίκους της έκανε τον Bill Ward να μετακομίσει στο Los Angeles και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας σκεφτόντουσαν σοβαρά το ενδεχόμενο της μόνιμης κατοίκησης στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το επόμενο album των Sabbath ηχογραφήθηκε στα Criteria Studios του Μαϊάμι και κυκλοφόρησε στις 8 Οκτωβρίου στην Ευρώπη (στις 25 Σεππτεμβρίου στην Αμερική), βρίσκοντας τον Iommi να έχει ασχοληθεί ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό με την παραγωγή. Οι Sabbath δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί από τον μουσικό τύπο της εποχής και ο Iommi προσπάθησε με το "Technical Ecstasy" να κερδίσει την αναγνώριση που πίστευε ότι άξιζε. Το μουσικό αποτέλεσμα του δίσκου δίχασε για άλλη μια φορά τους οπαδούς και τους κριτές, οι οποίοι τους κατηγορούσαν ότι η μουσική τους είχε απομακρυνθεί απο το heavy ύφος των πρώτων album και είχε σαφείς προσανατολισμούς προς την αμερικανική αγορά. Οι συνθέσεις όμως στέκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα για άλλη μια φορά και παρά την αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης για την οποία πολλοί κατηγόρησαν τους Sabbath, το album ακούγεται φρέσκο ακόμη και σήμερα. Εξάλλου δε γράφονται κάθε μέρα κομμάτια σαν τα "You Won't Change Me", "Gypsy", "All Moving Parts (Stand Still)", "Dirty Women", "She's Gone" και τα υπόλοιπα του δίσκου. Οι Sabbath δημιουργούσαν μουσική με μοναδικό σκοπό την προσωπική ευχαρίστηση και το "Technical Ecstasy" δεν αποτελεί εξαίρεση. Η μπάντα μουσικά και συνθετικά είχε ξεφύγει και δεν υπήρχε κανένα όριο παρά μόνο η συνθετική τους ικανότητα. Ο δίσκος διακατέχεται από μια απαισιοδοξία η οποία είναι εμφανέστατη και στις 2 μπαλλάντες του δίσκου, στην μία εκ των οποίων ο Bill Ward αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα φωνητικά και τα καταφέρνει αρκετά καλά είναι η αλήθεια. Φυσικά οι δημοσιογράφοι της εποχής μυρίστηκαν διαμάχη για άλλη μια φορά αλλά η απάντηση του Ward έλυσε κάθε αμφιβολία: "Έγραψα το μεγαλύτερο μέρος του "It's Alright" τη στιγμή που ο Tony έγραφε το solo και ο Geezer προσέθετε το μπάσο και όλο του τον εαυτό στο τραγούδι. Ο Ozzy γούσταρε το κομμάτι και με υποστήριξε όταν έκανα τα φωνητικά. Ελπίζω αυτό να έλυσε την όποια σύγχηση". Το μοναδικό μελανό σημείο του album είναι το παιδικό εξώφυλλο το οποίο αν και έχει σχεδιαστεί από τον George Hardie (γνωστός από τα εξώφυλλα που έκανε για τους Pink Floyd και Led Zeppelin μεταξύ άλλων) μάλλον είναι άσχημο και τελικά αυτό είναι που σε κάνει να το θυμάσαι. Δεν ξεχνιέται εύκολα είναι η αλήθεια ένα τέτοιο εξώφυλλο... Η μπάντα ξεκίνησε νέα παγκόσμια περιοδεία η οποία κατέληξε στην Αγγλία και σε 2 shows στο Hammersmith, αλλά οι συνεχείς διαμαρτυρίες του Ozzy για το δίσκο τον έκαναν να αποχωρήσει. Αντικαταστάτης του βρέθηκε στο πρόσωπο του Dave Walker (Savoy Brown) με τον οποίο η μπάντα εμφανίστηκε στο BBC εκτελώντας το "Junior's Eyes" αλλά ο Ozzy δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του κουβέντα... Αφού το group κόντεψε να διαλυθεί, ο Ozzy αποφασίζει να επιστρέψει για να ηχογραφήσει άλλον ένα δίσκο. Οι οπαδοί πίεζαν τους Sabbath να κυκλοφορήσουν ένα live album, όμως η μπάντα χωρίς να ακούει κανέναν για άλλη μια φορά, πηγαίνει στον Καναδά στα Intechange studios και ετοιμάζει το επόμενο της album. Το "Never Say Die". Είναι το τελευταίο (;) album με την αυθεντική σύνθεση της μπάντας και ένα από τα πιο αγαπημένα μου. Ο δίσκος είναι για άλλη μια φορά πειραματικός και οδηγεί το συγκρότημα σε νέους ορίζοντες. Κομμάτια σαν τα "Air Dance", "Breakout" και "Swinging The Chain" δεν είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε να ακούσει κάποιος οπαδός των Sabbath όταν αγόραζε το album στις 28 Σεπτεμβρίου του 1978 που κυκοφόρησε. Αλλά αν ακούσεις προσεκτικά το "Never Say Die" θα καταλάβεις ότι η έμπνευση της μπάντας κάθε άλλο παρά εξασθενημένη ήταν. Οι Sabbath βρίσκονται σε τρελά κέφια και τα δίνουν όλα, σα να ξέρουν απο πριν ότι αυτό είναι το κύκνειο άσμα της αυθεντικής σύνθεσης. Ο δίσκος θάφτηκε για άλλη μια φορά από τους κριτικούς της εποχής και δυστυχώς μέχρι σήμερα πολλοί αρνούνται πεισματικά να ακούσουν το μεγαλείο του "Never Say Die", υποστηρίζοντας ότι οι Sabbath τελείωσαν μετά το "Sabotage". Κακό του κεφαλιού τους φυσικά, αφού εδώ κρύβονται διαμάντα ανεκτίμητης αξίας. Η παραγωγή είναι σαφώς πιο βαριά από αυτή του "Technical Ecstasy", το rhythm section αποθεώνεται, τη στιγμή που η κιθάρα του Iommi ξερνάει μερικά από τα καλύτερα riffs που έχει γράψει, και φυσικά ο Ozzy ανεβάζει, με τις παθιασμένες ερμηνείες του, τα κομμάτια σε άλλο επίπεδο. Οι συνθέσεις που υπάρχουν στο "Never Say Die" προβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη της μπάντας. Jazz ξεσπάσματα, progressive αλχημείες, ρυθμοί επηρεασμένοι από samba και αφρικάνικη μουσική, κυριαρχούν σε μερικά από τα πιο πειραματικά κομμάτια που κυκλοφόρησαν ποτέ οι Sabs. Αν ο Ozzy δεν είχε αποχωρήσει από τη μπάντα, δε μπορώ να φανταστώ που θα είχε φτάσει η μουσική των Sabbath. Δυστυχώς όμως μετά την παγκόσμια περιοδεία για τα 10 χρόνια του σχήματος με support τους Van Halen (είπατε κάτι;), ο Ozzy αποχώρησε από τη μπάντα για να ακολουθήσει μια πολύ πετυχημένη προσωπική καριέρα και ο μέγιστος Dio κλήθηκε να αναπληρώσει το κενό. Ανεξάρτητα από το ποια περίοδο των Sabbath προτιμάτε, τα 8 πρώτα album θα διακατέχονται από εκείνο το απίστευτο συναίσθημα που μόνο οι 4 μουσικοί της αυθεντικής σύνθεσης μπορούν να αναπαράγουν. Τραγουδιστές, drummer, μπασίστες, παρέλασαν στο πλευρό του Iommi, ο οποίος είναι το μοναδικό αυθεντικό μέλος που παρέμεινε στη μπάντα, αλλά πιστεύω ότι ακόμη και ο ίδιος όταν θέλει να ακούσει κάποιο δίσκο Sabbath τότε αυτόματα κατευθύνεται προς το σημείο που αναπαύονται οι κυκλοφορίες της αυθεντικής σύνθεσης... H heavy rock μουσική δε θα είχε υπάρξει ποτέ με τον ίδιο τρόπο αν αυτοί οι 4 νεαροί απο το Birmingham της Αγγλίας δεν είχαν δημιουργήσει τους Black Sabbath και η λέξη μουσική φαντάζει φτωχότερη αν της αφαιρέσεις το αξίωμα που ακούσει στο όνομα Black Sabbath. Πολύ λίγες μπάντες έχουν καταφέρει να συνδέσουν άρρηκτα το όνομa τους με τη σκληρή μουσική και οι Sabbath είναι αναμφισβήτητα μια από αυτές. Eκτός του ότι έδωσαν σάρκα και οστά σε ένα καινούριο μουσικό είδος (το έχουν κάνει αρκετές μπάντες), το πήραν από το χέρι και το οδήγησαν στην ολοκλήρωση (εδώ δεν υπάρχουν πολλές μπάντες που να μπορούν να σταθούν δίπλα τους). Το γεγονός ότι 35 χρόνια χρόνια μετά η μουσική τους αποτελεί τον ομφάλιο λώρο για πολλούς πιτσιρικάδες που τώρα μπαίνουν στο τριπάκι της μουσικής, είναι, για μένα, το μεγαλύτερο επίτευγμα των Sabbath. Αν και η επικείμενη εμφάνιση τους στη χώρα μας γίνεται με σκοπό τον εορτασμό των 35 χρόνων της μπάντας, οι αριθμοί δεν έχουν καμία σημασία, γιατί οι 4 μαυροφορεμένοι τύποι απο το Birmingham έχουν κερδίσει την αθανασία και την αιώνια δόξα...
Διαβάστε το πρώτο μέρος του αφιερώματος.
Διαβάστε το τρίτο μέρος του αφιερώματος.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Πρωτο μερος αφιερωματος για του Black Sabbath.

Αφιέρωμα: Black Sabbath με Ozzy - Μέρος πρώτο


Black Sabbath. Μόνο και μόνο το άκουσμα του ονόματος της κορυφαίας μπάντας στον γαλαξία προκαλεί ανατριχίλα. Τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τότε που οι Sabs ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους με το ντεμπούτο, που έφερε και το όνομα τους. Δεν είναι και λίγο πράγμα να στέκεσαι όρθιος τόσα χρόνια και να γεμίζεις τα γήπεδα όπου και αν πηγαίνεις. Το αφιέρωμα αυτό στο αγαπημένο μας συγκρότημα, σκοπό έχει να θυμίσει στιγμές από την πρώτη και καλύτερη, κατά την άποψη μας πάντα, περίοδο των Black Sabbath. Μιλάμε φυσικά για την περίοδο κατά την οποία τη μπάντα απάρτιζαν οι John Michael Osbourne, Frank Anthony Iommi, William Ward και Terence Butler (κάντε το σταυρό σας άπιστοι). Αμήν.Είμαστε κάπου στο 1968. Ο Ozzy και ο Geezer εκείνον τον καιρό έψαχναν για drummer τον οποίον και βρήκαν στο πρόσωπο του Bill Ward, ο οποίος έφερε μαζί του τον Tony Iommi. Αυτοί οι τέσσερις νέοι αποφασίζουν να φτιάξουν μια μπάντα, την οποία και ονομάζουν The Polka Tulk Blues Band. Η φτώχεια εκείνη την εποχή μάστιζε το βιομηχανικό Birmingham και η μουσική φαινόταν ως μια πολύ καλή διέξοδος για τα 4 παλικάρια μας. Έτσι απλά ξεκίνησε η ιστορία μιας μπάντας που έμελλε να αλλάξει το μουσικό τοπίο, όσο ελάχιστοι άλλοι είχαν καταφέρει ποτέ στο παρελθόν. Λένε πως δε μπορείς να αποφύγεις το πεπρωμένο σου και ο κιθαρίστας των Sabs πρέπει να το ένιωσε αυτό στο πετσί του. Ο Tony είχε γεννηθεί για μεγάλα πράγματα και ούτε το κοπτικό μηχάνημα στο εργοστάσιο που δούλευε δε μπορούσε να τον σταματήσει, αν και του στέρησε τις άκρες των δαχτύλων του. Οι σωματικές αναπηρίες δεν αποτέλεσαν όμως εμπόδιο για τον Tony (όπως δεν είχαν αποτελέσει και για τον μεγάλο κιθαρίστα Dwango Reinhardt). Απόδειξη αυτού είναι και η πρόσκληση που του έκανε ο Ian Anderson για να παίξει κιθάρα στους Tull. Ο Iommi δέχτηκε την πρόσκληση των Jethro Tull, όμως δεν άργησε να καταλάβει ότι οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες δεν ταίριαζαν με αυτές του Ian και επέστρεψε στους Sabs με τους οποίους και θα μεγαλουργούσε. Ο Ward πρότεινε να μετονομαστεί η μπάντα σε Earth όπως και έγινε. Άρχισαν να δίνουν live όπου μπορούσαν και κυρίως στην περιοχή της Νότιας Αγγλίας. Ο jazz τρομπετίστας Jim Simpson τους οργάνωσε διάφορα live και ανέλαβε manager της μπάντας. Αυτός ήταν και ο άνθρωπος που έδωσε την απαραίτητη αρχική ώθηση στους Earth. Τους επηρέασε, δε, και μουσικά, πράγμα το οποίο φαίνεται ανάγλυφα στα "Evil Woman" και "Wicked World". Το 1969 όμως η μπάντα ανακαλύπτει πως υπάρχει και άλλο group με το ίδιο όνομα και αλλάζει το όνομα της σε Black Sabbath, από μια προπολεμική ιταλική ταινία τρόμου, την οποία προλόγιζε ο Boris Karloff. Επόμενο βήμα η υπογραφή συμβολαίου και με την εταιρεία Vertigo, μέσω της ανεξάρτητης Tony Hall Enterprises. Ε, αυτό που έμενε ήταν απλά η ηχογράφηση ενός δίσκου. Πόσο δύσκολη μπορεί να είναι μια τέτοια διαδικασία; Απλά αναφέρουμε πως ο πρώτος δίσκος των Black Sabbath ηχογραφήθηκε μέσα σε 3 μέρες και κόστισε 600 λίρες. Και για να κάνετε τη σύγκριση, αναφέρουμε επίσης ότι στις γραφές τονίζεται πως ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο σε μια βδομάδα. Ο θεός όμως δεν άκουγε blues, οπότε είναι προφανές γιατί υστερεί στη σύγκριση. Οι Sabs τα πρώτα χρόνια της καριέρας τους έμαθαν τις βασικές αρχές των blues, πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν για να δημιουργήσουν ένα νέο είδος μουσικής που κανείς άλλος δεν είχε δοκιμάσει νωρίτερα. Οι Deep Purple ήταν πιο πολύ rock, οι Led Zeppelin ήταν μια κατηγορία μόνοι τους, οι Cream και οι Blue Cheer έπαιζαν σκληρά (και πολύ καλά μάλιστα) αλλά οι πρώτοι που έπαιξαν τόσο βαριά, σκοτεινά και ηλεκτρικά, καταφέρνοντας να περάσουν στη μουσική τους τη μουντάδα της Αγγλίας, ήταν φυσικά οι Black Sabbath. "Black Sabbath": "What is this that stands before me, figure in black which points at me...", "Misty morning, clouds in the sky, without warning a wizard walks by...", "Some people say my love cannot be true...". Πόσοι από εσάς δεν έχετε τραγουδήσει αυτούς τους στίχους; Η αλήθεια είναι πως με το που βάζεις να ακούσεις τον πρώτο δίσκο των Black Sabbath, αν και δε φαντάζεσαι τι ακριβώς θα πάθεις, μπαίνεις πλέον σε έναν εντελώς καινούργιο κόσμο. Οι απόκοσμες καμπάνες, που σε ετοιμάζουν για μια μία ηχητική εμπειρία η οποία θα σου αλλάξει την ζωή μια για πάντα, χτύπησαν πρώτη φορά την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου του 1970. Τρεις νότες έτσι για αρχή, στίχοι και φωνητική ερμηνεία που σε καθηλώνουν. Και μετά από 4 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα έρχεται η αποκάλυψη, το τέμπο γίνεται πιο γρήγορο και ...εγένετο Heavy Metal. Και ενώ αναλογίζεσαι τι συνέβη, η φυσαρμόνικα σου κολλάει το ρυθμό της, πριν καν προλάβεις να πεις "The Wizard". Πλέον παύεις να αντιστέκεσαι και απλά στέκεσαι χαζεμένος από τη μουσική. Εκεί που στο "Behind The Wall Of Sleep" θαυμάζεις την ικανότητα της μπάντας να στήνει κομμάτια πάνω σε riff, εμπλουτίζοντας το σκηνικό με αγγελικές (ή σατανικές αν προτιμάτε) μελωδίες που δείχνουν να γοητεύονται από τις αλλαγές ρυθμού, σκάει η εισαγωγή του "N.I.B." που έκτοτε στοιχειώνει κάθε άνθρωπο που έπιασε μπάσο στα χέρια του. Oh yeah! "Evil Woman", "Sleeping Village", "Warning" (όπου ο Iommi δείχνει ότι δε μπορεί να σολάρει...), "Wicked World" είναι κομμάτια που έδωσαν άλλη σημασία στον όρο Σκληρό Ροκ και αποτελούν την απαρχή ενός νέου μουσικού κινήματος. "Paranoid": Δεύτερος δίσκος την ίδια χρονιά για τους Sabbath που τιτλοφορείται τελικά "Paranoid", αν και αρχικά ήταν να ονομαστεί "Walpurgis" (aka the witches Sabbath). Το "Walpurgis" έγινε "War Pigs" (με άλλους στίχους), αλλά αφενός λόγω της εμπορικής επιτυχίας του single "Paranoid" ( που έφτασε στο νούμερο 4 των chart) και αφετέρου λόγω επιθυμίας της Warner, που δεν ήθελε να ξυπνήσει άσχημες μνήμες πολέμου στο αμερικανικό κοινό, το album άλλαξε τίτλο. Το "Paranoid" ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη, έχοντας στο εξώφυλλο έναν παρανοημένο στρατιώτη που είναι λίγο "out of focus" (εξώφυλλο το οποίο προοριζόταν για τον αρχικό τίτλο). Στιχουργικά υπάρχουν πολιτικές αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ ("War Pigs") αλλά και στα ναρκωτικά ("Hand Of Doom", "Fairies Wear Boots"), που είχαν μπει για τα καλά στη ζωή των τεσσάρων νέων από το Aston. Μουσικά ο δίσκος στηρίζεται στη βαρύτητα των Black Sabbath αλλά η εξέλιξη της μπάντας (βασικό χαρακτηριστικό της μουσικής τους) είναι εμφανέστατη. Τα μονολιθικά riffs που κυριαρχούσαν στο ντεμπούτο τoυς, είναι εδώ, αλλά με μια εντελώς διαφορετική υπόσταση. Η δομή των κομματιών έχει γίνει πιο συμπαγής, χωρίς όμως αυτό να λειτουργεί εις βάρος του αυτοσχεδιασμού και της φαντασίας. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε όταν το "Paranoid", που σύμφωνα με τον μύθο γράφτηκε σε λιγότερο από 5 λεπτά, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια στην μουσική ιστορία. Όταν το "Planet Caravan" είναι μια απο τις ελάχιστες μελωδίες που δεν έχει σταματήσει να υφίσταται ακόμη και αν σβήσει ο ήλιος. Όταν κάθε φορά που ακούς το "Iron Man", άσχετα με το πόσες ακροάσεις έχουν προηγηθεί, η καρδιά σου χτυπά στο ρυθμό της μπότας. Όταν η παραμορφωμένη ομορφιά του "Electric Funeral" αποτελεί το ιδανικό soundtrack για το τέλος του κόσμου. Όταν το "Rat Salad" είναι μια μουσική ολότητα, η οποία παίρνει σάρκα και οστά οδηγούμενη απο τις μπαγκέτες του Bill Ward. "Master Of Reality": Το 1970 ήταν αναμφίβολα μια επιτυχημένη και γεμάτη χρονιά για τη μπάντα. Στις αρχές του χρόνου οι Sabs έδωσαν αρκετά live, γεγονός που τους έκανε και πιο γνωστούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού αλλά και πιο ολοκληρωμένους ως μουσικούς. Όλοι περίμεναν το επόμενο βήμα της μπάντας και δεν ήταν λίγες οι Κασσάνδρες που θεωρούσαν τους Sabbath σαν ένα συγκρότημα-φωτοβολίδα. Όμως η μπάντα από το Birmingham δεν είχε καλά-καλά ξεκινήσει τη μουσική της πορεία. Το "Master Of Reality" κυκλοφόρησε τον Ιούλη του 1971 και αποτελεί ίσως το πιο βαρύ album στην ιστορία της μουσικής. Πόσο εύκολα μπορείτε άλλωστε να φέρετε στο μυαλό σας δίσκους με riff πιο ογκώδη από αυτά των "Sweet Leaf", "Lord Of This World", "Into The Void", "Children Of The Grave" αλλά και του "After Forever" (στο οποίο για πρώτη φορά εκφράζονται οι πνευματικές ανησυχίες του Iommi). Οι Sabbath όμως κάθε άλλο παρά ως μονοδιάστατοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και κομμάτια όπως τα "Orchid", "Embryo", "Solitude" δείχνουν πως η δημιουργία ατμόσφαιρας είναι εξίσου σημαντική με την βαρύτητα του ήχου τους. Η παραγωγή του δίσκου είναι πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής και σίγουρα ο Roger Bain αισθάνεται περήφανος. Το γεγονός πως τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου έχουν διασκευαστεί από μπάντες που σήμερα θεωρούνται από τις μεγαλύτερες (βλέπε Monster Magnet, Kyuss, Soundgarden, Corrosion Of Conformity, White Zombie) τονίζει ακόμα παραπάνω την επιδραστικότητα και την σημαντικότητα του συγκεκριμένου δίσκου. Παραπέρα, δε μπορούμε να μην αναφέρουμε το λιτό αλλά αρκούντως περιγραφικό εξώφυλλο του δίσκου που συνάδει με τη γενικότερη φιλοσοφία της κυκλοφορίας αυτής. "Vol.4": Η μπάντα μετακομίζει στην Καλιφόρνια και νοικιάζει μια έπαυλη στο Bel Air (περιττό να πούμε πως την καταστρέψανε) με σκοπό να προβάρει και να δημιουργήσει τον επόμενο δίσκος της. Τέταρτο album αισίως για τους Sabs που τιτλοφορείται "Vol.4", αντί για "Snowblind", αφού η Warner τους έβαλε χέρι, για να το πούμε απλά. Η μπάντα βέβαια δε φαίνεται να πτοήθηκε καθόλου καθώς στα thx υπάρχει η ακόλουθη πρόταση: "We wish to thank the great Coke-cola company of Los Angeles". Οι περιοδείες, οι groupies, η κατανάλωση αλκοόλ και (πολλών) ναρκωτικών, η συγγραφή καινούριων κομματιών και η ηχογράφηση τους, μάλλον αρχίζουν σιγά-σιγά να βαραίνουν την τετράδα, η οποία φαίνεται λίγο απoπροσανατολισμένη. Για να καταλάβετε για τι ακριβώς μιλάμε, αναφέρουμε πως ο δίσκος κόστισε 65.000 δολλάρια και τα ναρκωτικά 75.000. Ηχητικά ο δίσκος βρίσκεται ένα βήμα μπροστά σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες και αποτελεί την αρχή μιας νέας, πιο πειραματικής περιόδου για το group. Η γλυκιά μελαγχολία που κάνει εδώ την εμφάνιση της θα αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό των επόμενων δίσκων. Οι Sabbath με αυτό τον δίσκο πετυχαίνουν να συνδυάσουν αρμονικά τη heavy αισθητική των τριών πρώτων album τους με μία πιο γλυκιά και ζεστή προσέγγιση. Ιδανικά παραδείγματα το ασύλληπτο "Under The Sun", το "Tommorows Dream" και το αυτοβιογραφικό "Wheels Of Confusion" με το οποίο ξεκινάει και ο δίσκος. Πώς να μην αναφέρεις όμως και κομμάτια σαν τον doom παιάνα "Cornucopia" ή το all time favorite "Snowblind"; Πώς να μην υμνήσεις τα μελωδικά "Laguna Sunrise" (που γράφτηκε για την ομώνυμη παραλία της Καλιφόρνια), "Changes" που κινούνται στην παράδοση των "Planet Caravan" και "Solitude"; Πώς να μην αισθάνεσαι λίγος όταν γράφεις για ύμνους όπως τα "Supernaut" και "St.Vitus Dance"; -
Διαβάστε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος.
Διαβάστε το τρίτο μέρος του αφιερώματος.

Ένα δείγμα της λατρείας για το metal.